Αποστολή της KDK είναι η παροχή παραδοσιακών και ηλεκτρονικών υπηρεσιών πληροφοριακού, εκπαιδευτικού, πολιτιστικού και ψυχαγωγικού περιεχομένου, με σκοπό την ενίσχυση της κοινωνικής, πολιτιστικής και οικονομικής ζωής των κατοίκων της Καλαμπάκας
Εκπαιδευτικές και πολιτιστικές δράσεις πραγματοποιούνται στο χώρο της Βιβλιοθήκης, στις κοινότητες του Δήμου Μετεώρων, αλλά και σε πανελλαδικό και διεθνές επίπεδο.
Αποστολή της KDK είναι η παροχή παραδοσιακών και ηλεκτρονικών υπηρεσιών πληροφοριακού, εκπαιδευτικού, πολιτιστικού και ψυχαγωγικού περιεχομένου, με σκοπό την ενίσχυση της κοινωνικής, πολιτιστικής και οικονομικής ζωής των κατοίκων της Καλαμπάκας
Εκπαιδευτικές και πολιτιστικές δράσεις πραγματοποιούνται στο χώρο της Βιβλιοθήκης, στις κοινότητες του Δήμου Μετεώρων, αλλά και σε πανελλαδικό και διεθνές επίπεδο.
[00:00] Ψ.Φ. Είμαι ο Ψύρρας ο Φώτης, εργάζομαι στην Βιβλιοθήκη Καλαμπάκας ως πληροφορικός.
[00:07] Σ.Ν. Νικολέτα Σιώρρη, ονομάζομαι Νικολέτα Σιώρρη, Βιβλιοθηκονόμος στην Βιβλιοθήκη Καλαμπάκας. Επισκεφθήκαμε σήμερα τον κύριο Ντιναπόγια Μιχαήλ, να μας αφηγηθεί την ιστορία του. Βρισκόμαστε στην Καλαμπάκα, 16 Ιουλίου 2024.
[00:35] Σ.Ν. Πείτε μας το όνομά σας και πότε γεννηθήκατε.
[00:37] Ν.Μ. Είπα.
[00:39] Ψ.Φ. Μπορείτε να μας το πείτε ξανά, Πότε γεννηθήκατε, πού γεννηθήκατε;
[00:44] Ν.Μ. Ποια μέρα γεννήθηκα αυτό δεν το ξέρω
[00:53] Σ.Ν. Πότε γεννηθήκατε κύριε Ντιναπόγια;
[00:56] Ν.Μ. Είπα το ’26 στις 18 Φεβρουαρίου του 1926
[01:18] Σ.Ν. Μπορείτε να μας πείτε, να μας μιλήσετε λίγο για τα παιδικά σας χρόνια; Πώς ήτανε τα παιδικά σας χρόνια στο χωριό;
[01:26] Ν.Μ. Τι ήτανε τα χρόνια μέσα στον πόλεμο. Ξέρω κάτι, οι Ιταλοί έκαναν συνθηκολόγηση με την Ελλάδα, έφυγαν οι Ιταλοί. Όταν γύρισαν οι Γερμανοί πίσω, γιατί οι Γερμανοί είχαν φύγει κάτω, πίσω είχαν μείνει οι Ιταλοί. Γιατί οι Ιταλοί δεν μπήκαν μέσα στην Ελλάδα. Ήρθαν οι Γερμανοί μέσα και μετά ήρθαν μέσα και οι Ιταλοί. Δεν μπόρεσαν να φτάσουν, τους κράτησαν οι Έλληνες επάνω στην Αλβανία. Τον Απρίλιο, στις 6 Απριλίου (το 1941) μπήκαν οι Γερμανοί στην Ελλάδα. Οι Ιταλοί έφυγαν κάτω, πήγαν κάτω στη Λάρισα για να περάσουν για την Αγγλία, πέρα. Αλλά δεν μπόρεσαν να πάνε κάτω εκεί σταμάτησαν δεν μπόρεσαν να περάσουν πέρα.[ Η Φασιστική Ιταλία επιτέθηκε στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1940, αλλά ηττήθηκε και οπισθοχώρησε, υπό την πίεση του ελληνικού στρατού, στο εσωτερικό της Αλβανίας. Ακολούθησε, τον Απρίλιο του 1941, η γερμανική εισβολή. Μέχρι τα τέλη Μαΐου του 1941 οι Γερμανοί είχαν υποτάξει το σύνολο της χώρας. Οι ίδιοι διατήρησαν υπό τον έλεγχο τους τις σημαντικότερες στρατηγικά περιοχές της Ελλάδας, μεταξύ των οποίων την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, ενώ η υπόλοιπη χώρα μοιράστηκε σε ζώνες ελέγχου των συμμαχικών προς τη Γερμανία χωρών, της Ιταλίας και της Βουλγαρίας.] Έκατσαν εκεί, 2 χρόνια εδώ ήταν οι Ιταλοί, έφυγαν οι Ιταλοί και τότε γύρισαν οι Γερμανοί εδώ άλλα δύο χρόνια εδώ μέσα έκαναν μεγάλο κακό οι Γερμανοί, έκαψαν τα χωριά όλα, σκότωσαν κόσμο. Οι Ιταλοί δεν έκαναν τίποτα, δεν πείραξαν κανέναν, καθόλου όσο ήταν εδώ. Οι Γερμανοί έκαναν μεγάλη ζημιά και έφυγαν τον Οκτώβριο του 1945.
[03:08] Σ.Ν. Πόσο χρονών ήσασταν την εποχή εκείνη;
[03:12] Ν.Μ. Εγώ την εποχή ήμαν (ήμουν) 22 χρονών [έχει μπερδευτεί εδώ ο συνεντευξιαζόμενος ήταν 15 χρονών το διευκρινίζει παρακάτω].
[03:18] Σ.Ν. Πολεμήσατε εσείς εναντίον των Γερμανών;
[03:21] Ν.Μ. Όχι δεν πήγα εγώ καθόλου, ήμουν μικρός, τότε δεν πήγαιναν, δεν τους έπαιρναν όπως έκαναν αργότερα οι αντάρτες θες δεν θες σ’ έπαιρναν. Τότε αν ήθελες να πας αν δεν ήθελες δεν πήγαινες στον πόλεμο. Ήταν και τότε έξω το αντάρτικο αλλά ήταν όλος ο κόσμος μαζί δεν είχε γίνει ακόμη διαχωρισμός με τον εμφύλιο πόλεμο. Ο εμφύλιος πόλεμος έγινε μετά, το 1946 μέχρι το 1949.
[04:00] Ψ.Φ. Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος ήσουν 22 χρονών;
[04:04] Ν.Μ. Όχι ήμουν πιο μικρός, 22 χρονών ήμουν όταν τελείωσε ο πόλεμος το 1949 [εννοεί τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον εμφύλιο που ακολούθησε], τέλος του 1949 να πάμε προς το 1950
[04:21] Σ.Ν. Με τους αντάρτες πως ζούσαν οι κάτοικοι της περιοχής με τους αντάρτες;
[04:32] Ν.Μ. Στον εμφύλιο; Τι ζούσαν; Αφού σκοτωνόμασταν ο ένας με τον άλλο, εσύ πρόδωσες εμένα, εγώ εσένα γιατί τον είπαν εμφύλιο πόλεμο; Έγινε μεγάλη ζημιά, σκοτώθηκε πολύς κόσμος και από τη μία παράταξη και από την άλλη [Κυβερνητικός Ελληνικός Στρατός και τις αντάρτικες δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ).] Εγώ πρόδιδα εσένα γιατί ήσουν δεξιός όπου μπορούσε ο καθένας, έγιναν πολύ μεγάλες ζημιές.
[05:14] Ψ.Φ. Εσείς στην οικογένεια σας τον καταλάβατε τον εμφύλιο έντονα;
[05:22] Ν.Μ. Ποιος δεν κατάλαβε εγώ είχα από το 1940 έως το 1949 τον Ιούλιο μήνα είχα όλη την περιουσία του πατέρα μου δεν είχε περάσει κανένας ούτε να τα φάνε ούτε να τα πάρουν. Το 1949, τον Ιούλιο μήνα τα πήρε η γυναίκα μου και τα πήγε στους αντάρτες και τα έφαγαν γιατί ήμουν και εγώ εκεί ακόμη δεν είχα φύγει. Από τα χωριά έφυγαν οικογένειες, έφυγε και αυτή μαζί με τις οικογένειες έδωσαν και τα πρόβατα εκεί πέρα τα έφαγαν μετά από κανένα μήνα την σκότωσαν και αυτή και έμεινα εγώ μόνο ξερός. Μετά και εγώ έφυγα από εκεί, αφού έφυγαν οι αντάρτες πάνω στην Αλβανία έφυγα και εγώ ύστερα στο χωριό, ήταν ακόμη πίσω εδώ, ήταν υπολείμματα δεν είχαν φύγει όλοι αλλά μετά δεν μπορούσαν να περάσουν πέρα, πιάστηκαν όλοι και πήγαν στις φυλακές εδώ. Έκλεισαν τα σύνορα ξέρω και εγώ; δεν μπόρεσαν να φύγουν, δεν περνούσαν μετά έπεφταν στον στρατό μπροστά και έμειναν εδώ μέσα και τους έπιασαν όλους. Τότε παρουσιάστηκα, ήρθα και εγώ στο χωριό. Δεν βρήκα τίποτα στο χωριό, έμεινα εγώ μόνο [συγκινείται]
[07:10] Ψ.Φ. Ήταν χάλια τα πράγματα τότε;
[07:16] Ν.Μ. Με παίρνει το παράπονο [συγκινείται έντονα]. Έμεινα εδώ ένα χρόνο. Με βρήκε το 1950 τίποτα δεν είχα ντιπ [καθόλου] ούτε κουτάλι να φάω, ούτε κουτάλι. Ε… σιγά, σιγά άρχισα από λίγο λίγο να δουλεύω πήρα και κουτάλια και πιρούνια και πιάτα. Ξαναέφτιαξα το σπίτι αυτό που είχα από εδώ και πάνω είχε καεί [δείχνει με το χέρι του] από το πάτωμα και κάτω είχαν μείνει τα τοιχια [οι τοίχοι] και εκεί επάνω σκεπάσαμε βάλαμε άλλη σκεπή και από εκεί κάτω έζησα 6 χρόνια ώσπου έχτισα σπίτι άλλο.
[08:23] Σ.Ν. Μετά που τελείωσε ο εμφύλιος παντρευτήκατε; Κάνατε οικογένεια;
[08:28] Ν.Μ. Μετά έκανα ένα χρόνο ανύπαντρος βρήκα μετά την γυναίκα μου που πήρα, παντρευτήκαμε και αυτή της είχαν σκοτώσει τον άντρα της οι αντάρτες [συγκινείται πολύ]
[08:51] Ψ.Φ. Τι επάγγελμα κάνατε τότε θυμάστε;
[09:00] Σ.Ν. Τι δουλειά κάνατε εσείς;
[09:04] Ν.Μ. Εγώ το ίδιο επάγγελμα έκανα πάλι πρόβατα είχα, χωράφια έκανα, έσπερνα, θέριζα όπως παλιά.
[09:14] Σ.Ν. Πως ήταν η ζωή σας μετά τον πόλεμο με την οικογένεια;
[09:18] Ν.Μ. Από τότε άλλαξε ο καιρός, άλλαξαν τα χρόνια, μετά από το 1950 έγινε ησυχία πια δεν ξαναέγινε πόλεμος τελείωσε. Όσοι έζησαν και γεννήθηκαν από το 1950 και μετά δεν είδαν τίποτα. ‘Οσοι ήταν μπροστά από το 1950, τα δέκα χρόνια από το 1940 έως το 1950 ήταν όλο το κακό, 10 χρόνια.
[09:52] Σ.Ν. Με τις επόμενες κυβερνήσεις , με το Βασιλιά, με τη δικτατορία πως περάσατε; Στο χωριό πως ήταν;
[09:59] Ν.Μ. Καλά πέρασα, στο χωριό ήμουν, καλά πέρασα
[10:06] Σ.Ν. Σας ενοχλούσαν;
[10:10] Ψ.Φ. Καταλάβατε διαφορά που άλλαζαν οι κυβερνήσεις;
[10:14] Ν.Μ. Δεν μάλωνα με κανέναν, δεν μας ενοχλούσαν
[10:20] Σ.Ν. Στην δικτατορία ήταν αυστηρά τα πράγματα;
[10:23] Ν.Μ. Ήταν , μόνο ήταν ….
[10:25] Σ.Ν. Πώς ήταν, δηλαδή τι σας υποχρέωναν να κάνετε; Τι σας απαγόρευαν;
[10:31] Ν.Μ. Δεν τα θυμάμαι όλα τώρα …που να τα θυμηθώ τώρα ακριβώς τι πέρασα. Ήταν λίγο ζόρικη
[10:56] Ψ.Φ. Επί χούντας ήταν δύσκολα;
[10:59] Ν.Μ. Ναι, ήταν, ε πέρασαν πολλά και περνάνε που να τα θυμηθείς όλα, δεν τα θυμάμαι
[11:06] Σ.Ν. Το χωριό [Βλαχάβα είναι ορεινό χωριό του Δήμου Μετεώρων] πως άλλαξε μετά τον πόλεμο άλλαξε το χωριό προς το καλύτερο;
[11:11] Ν.Μ. Άλλαξε, άρχισαν να φτιάχνουν σπίτια
[11:15] Σ.Ν. Έφτιαξαν δρόμους, σχολεία;
[11:18] Ν.Μ. Σχολεία ναι τα πάντα όλα, τα πάντα όπως ήταν πρώτα. Πρώτα δηλαδή μπροστά από το 1940 [εννοεί πριν τον πόλεμο]. Μετά το ’40 εγώ ήμουν 12,13 χρονών. Στα 13 ορφάνεψα, πέρασα μπόρες πολλές. Μικρός ήμουν, περιουσία είχα μεγάλη από τον πατέρα μου, τα αδέρφια ήταν μικρότερα δεν μπορούσαν να βοηθήσουν και έτσι 18 χρονών παντρεύτηκα.
[12:02] Ψ.Φ. Πόσα αδέλφια ήσασταν;
[12:07] Ν.Μ. Ήμασταν 6, 3 κορίτσια και 3 παιδιά [εννοεί αγόρια]. Ε τα κορίτσια είχαν παντρευτεί εμείς οι άλλοι ήμασταν τα παιδιά και τα 3, εγώ ήμουν ο μεγαλύτερος και οι άλλοι ήταν μικρότεροι.
[12:30] Ψ.Φ. Την μητέρα σου την θυμάσαι;
[12:33] Ν.Μ. Η μάνα μου έζησε πολλά χρόνια από τον πατέρα μου, ο πατέρας μου λίγα. Αλλά έμεινε μόνη τι να έκανε κι’ αυτή. Εμένα άλλοι με συμμάζευαν, άλλοι με μάλωναν ώσπου έφτασα τα 18 χρόνια και παντρεύτηκα, έμπλεξα μετά με τον στρατό με τα κουνάδια [κουνιάδους] αυτοί ήταν μεγάλοι και με υποστήριξαν, είχα άλλη… ήμουν πιο σίγουρος. Τότε ήμουν μόνος δεν είχα κανέναν άλλον και πολλοί με κυνηγούσαν, πολλοί με συμμάζευαν.. πέρασα μπόρες, πέρασα βάσανα τι να κάνω αφού έτσι ήταν η εποχή.
[13:24] Ψ.Φ. Πόσα παιδιά έκανες;
[13:29] Ν.Μ. Πόσα παιδιά έκανα εγώ; Δύο (2). Δύο (2) κορίτσια είχα με την πρώτη γυναίκα τρια χρόνια ήμουν με την πρώτη γυναίκα και μετά την σκότωσαν επάνω. (επεμβαίνει η κόρη του και διευκρινίζει ότι ήταν τρία χρόνια παντρεμένος με την πρώτη σύζυγο του και μετά την σκότωσαν και μετά ήταν μόνος του, τις κόρες του τις είχε η γιαγιά και ξαναπαντρεύτηκε μετά). Ήρθα στο χωριό μετά και δεν βρήκα τίποτα για τίποτα δεν είχα ούτε κουτάλι να φάω. Ε ο Θεός σιγά σιγά ξαναρχίσαμε να φτιάχνουμε και καλά έγινε μετά από το 1950 που παντρεύτηκα τότε αρχίσαμε να κάνουμε περιουσία. Το 1954 έκανα το σπίτι αυτό που έχω τώρα και συνέχεια περνούσαν τα χρόνια και μαζέψαμε (εννοεί χρήματα) μέχρι το 1963 που πήγα στην Ελβετία.
[14:51] Ψ.Φ. Τότε οι περισσότεροι είχαν ζώα και πρόβατα;
[15:00] Ν.Μ. Όλοι πρόβατα είχαν, στα χωριά όλοι πρόβατα είχαν, όλοι το ίδιο ήμασταν. Όλοι κτηνοτροφία είχαν, όλοι έσπερναν, όλοι θέριζαν το ίδιο όλοι.
[15:20] Σ.Ν. Στην οικογένεια πως ήταν μοιρασμένες οι δουλειές, πως ήταν οι σχέσεις μεταξύ σας, τί δουλειές κάνατε μέσα στην οικογένεια όλοι βοηθούσαν; Δουλεύατε μαζί με την σύζυγο;
[15:48] Ν.Μ. Ναι εγώ και η γυναίκα μου, οι δύο μας , δεν είχαμε πολλά πρόβατα, γίνονται έτσι απλά τα πρόβατα; Μετά όταν αρχίσαμε λίγο λίγο να φτιάχνουμε μέχρι το 1963 είχαμε φτιάξει πάλι 200 πρόβατα. Το 1963 ξανά τα πούλησα όλα, πήγα στην Ελβετία, γύρισα το φθινόπωρο γιατί δεν μας κρατούσαν εμάς που πηγαίναμε τότε δεν είχε σύμβαση η Ελβετία ακόμη. Πηγαίναμε έπρεπε να δουλέψουμε τρείς μήνες το καλοκαίρι και να φύγουμε τον χειμώνα, τα Χριστούγεννα και να πάμε 1η Απριλίου πάλι, να μην έχουμε δικαιώματα εκεί μέσα στο κράτος (διευκρινίζει η κόρη του ότι δούλευαν σεζόν).
[16:39] Σ.Ν. Που πηγαίνατε;
[16:42] Ν.Μ. Εγώ ήμουν επάνω στα βουνά φτιάχναμε δρόμους, στρώναμε πίσσα κάτω, όπως εδώ οι δρόμοι από το ένα χωριό στο άλλο, μέσα στο χωριό όλους τους δρόμους τους στρώναμε.
[17:13] Ψ.Φ. Για πόσα χρόνια αυτό;
[17:20] Ν.Μ. Εγώ έκανα τρία χρόνια, τρία καλοκαίρια πήγα και το τέταρτο και έφυγα τον Αύγουστο
[17:30] Ψ.Φ. Είχες πουλήσει τα πρόβατα ή τα είχες ακόμη;
[17:37] Ν.Μ. Τα πρόβατα δεν τα είχα, τα είχα πουλήσει. Τα πούλησα και έφυγα
[17:48] Ψ.Φ. Μετά ξαναπήρες;
[17:51] Ν.Μ. Μετά ξαναφτιάξαμε αλλά μετά κάναμε και άλλες δουλειές κατά εδώ κατά εκεί πηγαίναμε κάτω για δουλειές στο Κορωπί, δεν ξαναέφτιαξα πρόβατα πάλι αλλά πολλές φορές έπαιρνα την άνοιξη και τα πουλούσα πάλι φθινόπωρο σαν εμπόριο.
[18:15] Σ.Ν. Με τους άλλους ανθρώπους πως περνούσατε εκείνα τα χρόνια; Με τον κόσμο στο χωριό περνούσατε καλά; Βοηθούσατε;
[18:25] Ν.Μ. Εγώ καλά περνούσα , ούτε μάλωνα δεν είχα τίποτα να μοιράσω
[18:33] Σ.Ν. Βοηθούσε ο ένας τον άλλο;
[18:38] Ν.Μ. Ε πώς ο ένας με τον άλλον βοηθιούνταν άλλοι βοηθιούνταν άλλοι… τώρα βάλε χωριό σάμπως σήμερα τί; Τα ίδια όπως κάνουν τώρα έκαναν και τότε, τα ίδια συστήματα είναι δεν αλλάζουν.
[19:01] Σ.Ν. Υπήρχαν και καλοί και κακοί
[19:12] Ν.Μ. Ναι δεν τελειώνουν αυτά
[19:19] Σ.Ν. Διασκεδάζατε; Όταν δεν δουλεύατε πως περνούσατε τον καιρό σας; Είχατε πανηγύρια;
[19:27] N.M. Πως πανηγύρια ήταν και είναι ακόμη
[19:31] Ψ.Φ. Ποια ήταν η διασκέδαση στην Βλαχάβα τότε; Πως διασκέδαζε ο κόσμος πως χαίρονταν; Συγκεντρώνονταν στα σπίτια;
[19:56] Ν.Μ. Ότι ήταν τότε είναι και τώρα και πανηγύρια και Κυριακές και γιορτές και τα πάντα όλα. Γιόρταζα το όνομα μου όταν έρχονταν (εννοεί την ονομαστική του εορτή), χορούδια (χοροί) στα μαγαζιά χαμός γινόταν.
[20:27] Σ.Ν. Τι κάνατε δηλαδή;
[20:32] Ν.Μ. Πηγαίναμε, πίναμε και γλεντούσαμε, όργανα, τότε γλεντούσε περισσότερο ο κόσμος από τώρα
[20:51] Ψ.Φ. Δηλαδή τι κάνατε;
[20:54] Ν.Μ. Ε χορεύαμε
[20:59] Ψ.Φ. Συχνά; Ή μια φορά τον χρόνο;
[21:05] Ν.Μ. Τι μία φορά τον χρόνο όποτε είχε γιορτή, μαζεύονταν στα μαγαζιά και χόρευαν, γλεντούσαν. Δεν ξέρω τι έκαναν στα άλλα χωριά εμείς πάντως η Βλαχάβα [Η Βλαχάβα είναι χωριό της περιφερειακής ενότητας Τρικάλων και υπάγεται στον Δήμο Μετεώρων] πολύ γλεντούσε τότε
[21:35] Σ.Ν. Πόσοι κάτοικοι ήσασταν; Πόσοι ήταν στην Βλαχάβα;
[21:46] Ν.Μ. Φτάσαμε μέχρι 700 άτομα, φτάσαμε στο σχολείο 170 παιδιά να έχει, τρείς δάσκαλοι, νηπιαγωγοί. Το χωριό ήταν πολύ ζωντανό, τώρα το χωριό χάλασε που έφυγαν στο εξωτερικό.
[22:14] Σ.Ν. Έφυγαν οι άνθρωπο αλλού να βρουν δουλειά;
[22:18] Ν.Μ. Έφυγαν όλοι Γερμανία, τώρα άρχισαν να γυρίζουν αλλά και όσοι γύρισαν ήρθαν εδώ στην Καλαμπάκα δεν πήγαν στο χωριό, έμειναν όλοι εδώ. Το χωριό τώρα δεν έχει, καμιά 80 καμιά 10 οικογένειες είναι όχι παραπάνω, αυτές μένουνε μόνιμα στο χωριό δεν φεύγουν, όλο παππούδες όμως νέος άνθρωπος δεν υπάρχει.
[23:05] Ψ.Φ. Την τέχνη του κτηνοτρόφου ποιος σου την είχε μάθει ο πατέρας σου τότε;
[23:21] Ν.Μ. Ο πατέρας μου, όπως είχε ο πατέρας μου ήμουν μικρός εγώ δεν πρόλαβα να τον ζήσω τον πατέρα μου εγώ αλλά από τα 7-8 χρόνια μου και μετά ήμουν κοντά σ’ αυτόν μέσα στα πρόβατα εκεί, είδα πως τα ζούσε αυτός, πως τα βοσκούσε και τα άρχισα και εγώ μετά που έμεινα.
[23:51] Σ.Ν. Με ποιο άλλο επάγγελμα , με ποια άλλη δουλειά ασχοληθήκατε;
[23:54] Ν.Μ. Εγώ δεν ασχολήθηκα με άλλο, με την κτηνοτροφία, τα άλλα τα επαγγέλματα πηγαίναμε έτσι εργάτες δεν ήταν επάγγελμα, έκανα πολλά επαγγέλματα αλλά δεν ήταν…[εννοεί δεν ήταν μόνιμα, περιστασιακά]
[24:14] Σ.Ν. Ποια δουλειά σας άρεσε να κάνατε εκτός από τα ζώα;
[24:23] Ν.Μ. Όλες τις κάναμε αφού δεν είχαμε, κάναμε ότι βρίσκαμε, σήμερα με ζητούσε ο ένας εδώ άλλη φορά ο άλλος εκεί κάτω για ελιές πηγαίναμε για βαμβάκια [εννοεί να μαζέψουν βαμβάκια]
[24:44] Σ.Ν. Τα πράγματα που χρειαζόσασταν που τα βρίσκατε; Τα ρούχα μας τώρα τα αγοράζουμε τότε πως βρίσκατε ρούχα;
[24:56] Ν.Μ. Είχε εδώ το εμπόριο, έβρισκες ρούχα να αγοράσεις, έβρισκες από όλα όπως κάνουν τώρα. Αλλά φτιάχναμε και δικά μας, φτιάχνανε οι γυναίκες σκουφιά έκαναν πολλά και τα ράβαμε και ήταν από μάλλινο δεν είχαμε τέτοια όπως τώρα όλο μάλλινα δεν είχαν φτάσει ακόμη να τα αγοράσουμε, υπήρχαν τέτοια ρούχα αλλά δεν μπορούσαμε να τα αγοράσουμε. Μετά που έφυγαν στην Γερμανία και κατά εκεί άρχισαν να αγοράζουν τέτοια ρούχα.
[25:44] Σ.Ν. Τα ρούχα πως τα φτιάχνατε, τα υλικά, τα υφάσματα τα φτιάχνατε εσείς; Πως τα φτιάχνατε;
[25:57] Ν.Μ. Εμείς, παίρναμε μέτρα [επεμβαίνει ο γαμπρός του και διευκρινίζει ότι ήταν ράφτης στο επάγγελμα παλαιότερα παρόλο που ο αφηγητής δεν το είχε αναφέρει από την αρχή της αφήγησης του. Παρακάτω το διευκρινίζει]
[26:00] Σ.Ν. Αγοράζατε το ύφασμα;
[26:03] Ν.Μ. Το ύφασμα το είχε αυτός που ήθελε τα ρούχα, εγώ που ήμουν ράφτης δεν είχα ύφασμα. Το ύφασμα το είχες εσύ για να σου φτιάξω ρούχα, σου έπαιρνα τα μέτρα και πλήρωνες ότι δούλευα [εννοεί πλήρωνες για τη δουλειά του ως ράφτη]. Εγώ έκανα πολλά χρόνια ράφτης.
[26:26] Σ.Ν. Πολλά χρόνια ε; πόσα χρόνια θυμάστε;
[26:30] Ν.Μ. Γύρω στα 25 χρόνια, 30. Γιατί δούλευα και στο αντάρτικο γι’ αυτό δεν πήγα πουθενά εγώ από το αντάρτικο που πήγα, από το νοσοκομείο που με έβγαλαν με πήγαν εκεί [εννοεί στο αντάρτικο] εκεί μόνο να δουλέψεις δεν πήρα όπλο καθόλου ούτε στο αντάρτικο [εννοεί δεν πολέμησε στο αντάρτικο, ήταν στο αντάρτικο απλά πρόσφερε δουλειά] ούτε και στο στρατό πήγα, δεν πήγα ντιπ [καθόλου] και στο στρατό όταν πέθανε ο πατέρας μου πέρασα επιλογή στο στρατό είχα το δικαίωμα να κάνω χαρτιά αλλά δεν υπηρέτησα γιατί ήμουν πολύτεκνος γιατί όλη η οικογένεια ήρθε σε μένα γιατί ήμουν μεγαλύτερος, ήμουν ο αρχηγός και έπρεπε να υπηρετήσω μόνο 8 μήνες μετά που η κλάση έβγαινε με τους αντάρτες στον πόλεμο, στον εμφύλιο εγώ ήμουν μεγαλοαντάρτης εκεί πέρα δεν πήγα εδώ στρατιώτης να πολεμήσω ήμουν εκεί. Όταν ήρθα εδώ πήγα στα Mάδια ( ΜΑΔ: Μονάδες Αποσπασμάτων Διώξεως), με πήραν στα Mάδια , πιάστηκα στα Mάδια.
[28:16] Σ.Ν. Μπορείτε να μας πείτε τι ήταν τα Mάδια;
[28:20] Ν.Μ. Τα Mάδια ήταν σαν στρατός ήμασταν μέσα από το χωριό όλοι. Όλα τα χωριά είχαν φτιάξει ομάδες, τους είχαν δώσει όπλα ο στρατός από εδώ ήταν 50 άντρες ξέρω εγώ από το χωριό 30; έπαιρναν όπλα και είχαν ένα αρχηγό μέσα κάθε χωριό είχε την δική του ομάδα από το στρατό. Ήταν σαν στρατός τα ίδια δικαιώματα είχε άμα γινόταν μάχες πήγαιναν και αυτοί. (Οι Μονάδες Αποσπασμάτων Διώξεως (ΜΑΔ) ήταν ένοπλες παραστρατιωτικές μονάδες που συγκροτήθηκαν και αυτές από την κυβέρνηση Κωνσταντίνου Τσαλδάρη τον Οκτώβρη του 1946. Ο ρόλος των ΜΑΔ ήταν να συμμετάσχουν, μαζί με τη Χωροφυλακή και τον Εθνικό Στρατό, στην καταδίωξη των κομμουνιστοσυμμοριτών.)
Κάντε εγγραφή στο Newsletter μας
© 2026 Βιβλιοθήκη Καλαμπάκας
| Δευτέρα: | 09:00 – 17:00 |
| Τρίτη: | 12:00 – 20:00 |
| Τετάρτη: | 09:00 – 20:00 |
| Πέμπτη: | 12:00 – 20:00 |
| Παρασκευή: | 09:00 – 17:00 |
Κάντε εγγραφή στο Newsletter μας
© 2025 Βιβλιοθήκη Καλαμπάκας
ΩΡΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ
| Δευτέρα: | 09:00 – 17:00 |
| Τρίτη: | 12:00 – 20:00 |
| Τετάρτη: | 09:00 – 20:00 |
| Πέμπτη: | 12:00 – 20:00 |
| Παρασκευή: | 09:00 – 17:00 |