The Battle of Oxyneia (Meritsa) and a Testament of Resistance

Play Video
Personal Information

[00:00]  Μ.Ε.  Θέλω να μου πείτε λίγο το όνομα, το επίθετο. Ναι. Πείτε μου.

[00:06] Π.Β. Ο πατέρας μου, Δημήτριος Παπαχρήστος. Ωραία.

[00:12] Μ.Ε. Και η μαμά; Πώς λεγόταν η μαμά;

[00:13] Π.Β. Η μαμά ήταν, την έλεγαν Σταμούλω.

[00:16] Μ.Ε. Σταμούλω!. Περίεργο όνομα.

[00:21] Π.Β. Περίεργο. Πάεναμε [πηγαίναμε]  στον παπά στην ‘κλησία [εκκλησία] τα αυτά (εννοεί το χαρτί με τα ονόματα ζώντων και θανόντων για προσευχή υπέρ υγείας και υπέρ αναπαύσεως αντίστοιχα) να μας τα διαβάσει. Δεν κάνει αυτό το όνομα.

[00:30] Μ.Ε. Αλήθεια; Από πού αυτό το όνομα τώρα. Από πού προέρχεται Σταμούλα;

[00:33] Π.Β. Από πού; Άντε! Δεν ξέρω.

[00:36] Μ.Ε. Γεννηθήκατε εσείς στην Οξύνεια; Στο χωριό;

[00:38] Π.Β. Ναι. Γεννηθήκαμε. Μεγαλώσαμε. Παντρεύκαμε [παντρευτήκαμε]. Κάναμε παιδιά. Τα μεγαλωσάμε [μεγαλώσαμε].

[00:46] Μ.Ε. Ωραία.

[00:47] Π.Β. τα πάντρεψαμε [παντρέψαμε].

[00:48] Μ.Ε. Ο μπαμπάς από την Οξύνεια; Η μαμά.;

[00:51] Π.Β. Ναι, ναι, ναι.  Η μαμά από τη Μεγάλη Κερασιά.

[00:54] Μ.Ε. Από τη Μεγάλη Κερασιά. Μάλιστα. Εδώ. Πόσα αδέρφια είχατε;

[01:00] Π.Β. Είχαμε τρία αδέρφια και…

[01:09] Π.Ε. Τρεις αδερφές είστε και δύο αδερφοί. Πέντε.

[01:11] Μ.Ε. Πέντε στο σύνολο.Τρία κορίτσια, δύο αγόρια;

[01:14] Π.Β. Ναι.

[01:15] Μ.Ε. Ωραία. Εσείς είστε μεγαλύτερη, μικρότερη, μεσαία, πώς;

[01:19] Π.Β.  Όχι, η μικρότερη.

[01:20] Μ.Ε. Η μικρότερη είστε;

[01:21] Π.Ε. Η τέταρτη είσαι.

[01:25] Π.Β. Η τέταρτη.

[01:26] Π.Β. Μετά είναι η Μαρία. Τέταρτη.

[01:27] Μ.Ε. Α, υπάρχει και μικρότερη. Ωραία. Γεννηθήκατε πότε; Ποιο έτος; Θυμάστε;

[01:32] Π.Β. Εγώ το ‘31.

[01:34] Μ.Ε. Το ‘31. Μπράβο κύριε Βαΐτσα. Έχετε…

[01:36]  Π.Β. Η αδερφή μου, η μεγαλύτερη, ήταν το ‘30.

[01:40] Μ.Ε. ‘30. Μάλιστα.

[01:42] Π.Β. Έφυγε αυτή η αδερφή μου.

[01:44] Μ.Ε. Και για πείτε μας λίγο, πώς ήταν στο χωριό; Στην Οξύνεια εκεί; Να υποθέσω τώρα φτωχοί; Ε; με τι ασχολιόταν ο μπαμπάς, η μαμά;

[01:55] Π.Β. Φτωχότατοι!

[02:00] Μ.Ε. Φτωχοί, ε; Εκεί, με τι, με ζώα; Πρόβατα; Εσείς ασχολιόσασταν με τα πρόβατα, πηγαίνατε;

[02:10] Π.Β. Εμ τι δλειά [δουλειά] έκανα; Πρόβατα, γελάδια, χουράφια [χωράφια], να σκάβουμε, να θερίζουμε, να αλωνίζουμε.

[02:22] Μ.Ε. Δύσκολα χρόνια, σκληρή δουλειά.

[02:24] Π.Β. Πολύ δύσκολα, κορίτσια. Μη φτιόντε [φτιάχνετε], ντιπ [καθόλου], φάτε, πιέστε [πιείτε].

[02:30] Μ.Ε.  Έτσι, ε, δύσκολα εκείνα τα χρόνια, όντως.

[02:33] Π.Β. Τα περάσαμε [περάσαμε], αλλά τώρα δεν μας πιστεύει κανένας.

[02:36] Μ.Ε. Δεν πιστεύουνε, ναι. Όντως, ναι. Δεν πιστεύουνε, γιατί εμείς περνάμε καλύτερα, ε; Δεν τα ζήσαμε, αυτά. Κυρία Βαίτσα, έχετε φωτογραφίες από εκείνα τα χρόνια, έχετε… από το σπίτι σας εκεί, κάποιες φωτογραφίες, ίσως, αργότερα που παντρευτήκατε κι εσείς με το καλό. Έχετε τέτοιο υλικό στο σπίτι, έχετε φωτογραφίες;

[02:59] Π.Β. Εγώ, έχω, που παντρεύκαμε [παντρευτήκαμε].

[03:03] Μ.Ε.  Πιο παλιά από το χωριό, με τον μπαμπά, με τη μαμά, έχετε;

[03:06] Π.Β. Ναι, ναι

[03:08] Μ.Ε. Με τα αδέρφια, έχετε, ε;

[03:10] Π.Β. Και με τον παππού με τη γιαγιά. Τσ’ [τις] έχω όλες μέσα στο σπίτι, τις βλέπω. Έφυγαν, όμως.

[03:18] Μ.Ε. Εντάξει, ναι, ναι, λογικό. Τώρα ζείτε στα Τρίκαλα με τον γιο, ε; Ναι. Ωραία. Να σας πω λίγο, κυρία Βαϊτσα, τώρα. Για πείτε μου, εσείς είστε αυτή η σπουδαία και γενναία κοπέλα που κατάφερε και μετέφερε ένα μήνυμα, ε [αναφερόμαστε στην Μάχη της Μερίτσας, Η Μάχη της Μερίτσας ή Μάχη της Οξύνειας διεξήχθη στις 11 και 12 Φεβρουαρίου 1943 μεταξύ 800 ανδρών του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (ΕΛΑΣ), υπό το Νέστωρα Βώκα (ψευδώνυμο: «Τζαβέλλας»), το Νίκο Ζαράλη («Χασιώτης»),τον Αριστείδη Μπλούτσο (ΕΔΕΣ) και τον Ηλία Καφαντάρι («Αδαμάντιος») ενάντια σε τάγμα του Βασιλικού Ιταλικού Στρατού. Έλαβε χώρα στη Μερίτσα (σημερινή Οξύνεια) κοντά στην Καλαμπάκα.]; Για πείτε μου λίγο, για διηγηθείτε μου, για πείτε μου λίγο, πώς το κάνατε αυτό;

[03:45] Π.Β. Στην Οξύνεια έγινε μάχη.

[03:49] Μ.Ε. Ωραία. Η μάχη της;…[Μερίτσας]

[03:50] Π.Β.  Ήρθαν οι Ιταλοί στις 10 Φεβρουαρίου, σαν τούτον μήνα.

[03:56] Μ.Ε. Φεβρουάριο, τώρα. Σαν αύριο, δηλαδή.

[04:00] Π.Β. Ναι, ναι. Ήρθαν το πρωί. Όλοι εμείς, παιδιά, κορίτσια, ήμασταν στον μαντριά, στα πρόβατα. Εκεί που έρχονταν αυτοί για να παέν [πάνε] στο χωριό  φώναζαν. Είχαν αυτοκίνητα, είχαν… Τι να σε πω πολλά.

[04:25]  Λέει ο πατέρας μου, κορίτσια, εδώ κάτ’ [κάτω], λέει, δεν είμαστε  καλά, λέει. Έρχεται ένα ξένο κράτος. Δεν πάτε στο χωριό, λέει; Δεν πάτε στο χωριό, λέει, να πάρετε ψωμί, λέει δεν θα είμαστε καλά, λέει. Κι όπως δεν ήμασταν.

[05:08]  Ήρθαν αυτοί όλη μέρα, εκείνη τη μέρα. Έφαγαν, ήπιαν, γρούνια [γουρούνια] να κόψουν. Τι, τι δεν έκοψαν και τι δεν έφαγαν. Τα βαένια [βαρέλια], με χιλιάδες κρασιά, τσίπουρα. Πάει.

[05:13]  Ξημέρωσε 11 [Φεβρουαρίου] η ημέρα. Την ημέρα στις 11 έγινε η μάχη.  Αφού έγινε η μάχη, μας λέει ο πατέρας συρτε [τρέξτε]  στο χωριό να πάρετε ψωμί, δεν ξέρουμε πως θα είμαστε. Παένομε [πηγαίνουμε] με την αδελφή  μου, ένα άλλο, παίρνουμε τα τροβάδια [τορβάς=σακίδιο πλεκτό ή υφαντό από χοντρό μάλλινο ύφασμα, συνήθως πολύχρωμο, το οποίο κρέμεται στον ώμο για τη μεταφορά τροφίμων στην εργασία ή κατά τη διάρκεια της πεζοπορίας].

[05:40] Μ.Ε. Τορβάδια, ναι, ναι.

[05:42] Π.Β. Και τώρα, άμα τα βλέπουν εγώ έχω ακόμα. Καινούρια.

[05:46] Μ.Ε. Αλήθεια; Έχετε;

[05:50] Αλλά εγώ δεν τα κληρονομώ τώρα και αυτά. Αχχ… Τώρα μας βάνουν [βάζουν] ψωμί στα τροβάδια. Ένα εγώ, ένα η αδελφή μ’ και φεύγουμε. Παένουμε [πηγαίνουμε] πέρα τηράμε [βλέπουμε], το χωριό το είχαν… κλείσει όλες τς… τς [τους] δρόμους. Αφού το ‘κλεισαν, τον βρίσκουμε τον Ιταλό. Εκεί… περασάμε [περάσαμε] τον δρόμο με την αδελφή μ’. Ναι, βέβαια, μας είπαν αυτοί εκεί που;; ηξερνάμε [ξέραμε] Ιταλικά εμείς; Ηξερνάμε; [ξέραμε] Λέμε κι εμείς, λέω… στην αδελφή μ’. Λέω, θα πούμε για κότα. Λέω, κό κο… Λέω, έναν κόκορα, λέω. Α χα, λέει αυτός. Αν τον έβλεπες αυτόν! από εδώ μέχρι εδώ ζωστήρες….[ζώνες με τις σφαίρες] Εδώ. Σπαθιά, τέτοια.

[06:57] Μ.Ε. Πιστόλια;

[06:58] Π.Β. Ουυυυ….Πού πάτε λέει, στ’ γκανίλα, λέω. Γκανίλα; Νο, θα φύγουμε, λέω. Φεγάστε [φύγετε] λέει. Άι, καλά, τι σε περιμένει ρε άνθρωπε, λέω. Φέγουμαι [φεύγουμε] εμείς, σε έναν δρόμο κάτ’ [κάτω] είχαν συμπληρώσει και οι θκοί μας [οι δικοί μας εννοεί τους αντάρτες] εκεί  για μάχη.  Ήταν σ’ ένα μαντρί του Τσιλίκη [Στέργιος Τσιλίκης]. Αυτός είχε μια χειρόνα [αχυρώνα] μεγάλη. Και εκεί που πήγαμε σ’ κατ’ σ’ κατ’, [κάτω, κάτω] να ο Χρήστος ο Μυλωνάς τον έστειλε, ο Αριστείδης, ο Μπλούτσος, για άνθρωπο να βάλει μάτι…. [να παραφυλάει]

[07:58] Π.Ε. Ποιος ήταν ο Αριστείδης ο Μπλούτσος [Αξιωματικός της ΕΔΕΣ;

[08:00] Π.Β. Πηδί [παιδί] του Φώτη.

[08:04] Π.Ε. Και τι επάγγελμα εξασκούσε; Τι επάγγελμα είχε;

[08:07] Π.Β. Είχε τέτοιο, Αξιωματικός.  Λέει από μένανε [σε μένα], πού πάτε;  στο μαντρί. Λέει, εσύ Βαΐτσα λέει, κάτι σε θέλω. Όχι, ρε, πρέπει να πάμε, είναι βαριά πόσο θα τα παένει [πηγαίνει] η Δώρα;.[εννοεί την αδερφή της που ήταν μαζί]  Έλα μωρέ, λέει, θα τα παένει [πάει]. Τέλος πάντων, έλα σε θέλω, έλα σε θέλω. Παίρνει τον τροβά η Θεοδώρα, ένα στον ώμο, ένα από δω, ένα από δω. Με παίρνει αυτός..

[08:46]  Πάμε σε ένα μέρος, κάνα χιλιόμετρο. Με παένει [πηγαίνει]  πέρα και αυτός, που ήταν οι θκοί μας [οι δικοί μας εννοεί τους αντάρτες]. Πάμε εκεί τηράω [βλέπω] κι εγώ να ιδώ….[δω]  Είχαν μέσα, στη μέσ’, [στη μέση] έτσι ας… [έτσι σαν], μια φωτιά. Ήταν χιονοχιονο [χιόνιζε] τλάπ. [πολύ χιόνι]

[09:10]  τλάπ, [πολύ χιόνι] Χιόνι και τεθιο…[τέτοιο]

[09:16] Π.Ε.  Ήταν σπίτι αυτό ή αχυρώνα;

[09:17] Π.Β. Αχυρώνα.

[09:19] Μ.Ε. Πόσοι ήταν εκεί; Θυμάστε; Πολλοί;

[09:22] Π.Β. Εκεί να έγλεπες [έβλεπες]. Είχαν τα όπλα γύρω γύρω και στη μέσ’ η φωτιά και κάθονταν κι αυτοί. Τηράω [βλέπω] κι εγώ, τι είναι λέω, τι φτιάχν’ εδώ;.[τι κάνουν εδώ;]

[09:38] Π.Ε. Πόσα άτομα ήταν; Περίπου;

[09:41] Π.Β.  Ήταν, ήταν, ήταν. Κάνα, εκατοστή [καμιά 100]. Αφού η αχυρώνα δεν φαίνονταν απ’ τα όπλα.

[09:51] Π.Ε. Φοβήθηκες;

[09:53] Π.Β. Ε, όχι. Πού μυαλό;

[09:56] Μ.Ε.  Πόσο χρονών τότε;

[09:58] Π.Β. 12 χρόνια είχα.

[09:59] Μ.Ε. 12 χρονών, μικρή πολύ.

[10:02] Π.Β. Ναι. Πάμε εκεί, να ο Αριστείδης  με ρωτάει. Τινος είσι εσύ [ποιανού είσαι; Εννοεί τον πατέρα της]; Λέω του Δημήτρη Παπαχρήστου.

[10:14] Α, του Παπαχρήστου, του Δημήτρη, είσαι εσύ. Ε, με χάιδευε  τα μαλλιά. Ναι. Δεν στα ‘χει καλά η μάνα σ’ τς κόσες. [Εννοεί τις κοτσίδες]

[10:26] Γιατί η μάνα σ’  [μάνα σου]δεν στ’ φτιάξε καλά;  Με κατεβάζει…Δεν είχα εγώ τέτοια μαντήλα. Κι είχα και πολλά μαλλιά τότε. Με πέρνει εκεί, αααα… Να σε πώ τώρα, λέει. Έχω λέει ένα σημείωμα  θα σ’ το πω και με το στόμα, αλλά θα πεις, θα δώσεις και το σημείωμα εκεί που θα το πας. Με πήρε εκεί. Θα  στα φτιάξω καλά εγώ τα μαλλιά. Δεν τα έχει καλά η μανα σ΄. Κι αυτός με στρίμωσε [στρίμωξε μέσα στις πλεξίδες των μαλλιών] του… του [το] σημείωμα μέσα, αλλά είχα κι εγώ μαλλιά…, δε φαίνονταν.

[11:16] Λοιπόν, λέει σύρε [τρέξε], λέει, θα πεις, ότι εδώ, λέει, έχουμε μάχη. Θα πεις στην Ανδρομάχη, του Ράπτη [αναφέρεται σε άτομα που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην Μάχη της Μερίτσας], του Ράπτη. Ακόμα ήταν κουρίτσι [κορίτσι] καμιά 25 χρόνια. Σαν εκείνα τα χρόνια. Λέω κι εγώ, φωνάζω, κατεβαίνει  από πάνω το κουρίτσι [κορίτσι]  στην πόρτα όξω [έξω] κάτω, στο σπίτι.

[11:53] Λέει, τι λέει;   λέω.. βάλε το χέρι εδώ λέω, πάρε ένα χαρτί κι μου το έδωσε, ο Αριστείδης ο Μπλούτσος. Κι μου ‘πε και με το στόμα να σε πω,  λέει, κι αυτό το γράφει. Λέει, λέει,  για πες λέει. Είπε να φροντίσεις λέω, να μάθει, από πού θα παέν [πάνε] οι Ιταλοί.

[12:27] Π.Ε. Στο γυρισμό.

[12:29] Π.Β. Θα παέν [πάνε] κατά το Κακοπλεύρι [χωριό του Δήμου Μετεώρων στον Νομό Τρικάλων];

[12:31] Π.Ε. Στο γυρισμό, ναι.

[12:32] Π.Β. Έφευγαν εκείνη την μέρα στις έντεκα, έφυγαν το απόγευμα, κατά  τις τέσσερις (4) η ώρα. Δεν ξέρω, τι θα γίνει αλλά είπε να μάθς αγλήγορα [μάθεις γρήγορα] να τους στείλεις αυτά λέω να ξέρουν.

[12:57]  Καλά, λέει. Το ‘δωσε η Ανδρομάχη, έμαθε κατά που θα παέν  [πήγαιναν] έφυγαν αυτοί έφυγαν ξανά κάτ’ [κάτω] από το δρόμο, εκείνη τη βραδιά. Και έτσι…..

[13:19] Μ.Ε. Κι έτσι ήσασταν εσείς που βοηθήσατε.

[13:22] Π.Β. Εγώ είμαι η πρώτη.

[13:26] Π.Ε. Αφού έδωσες το σημείωμα, μετά πού πήγες;

[13:29] Π.Β.  Έφυγα ξανά, πέρασα τρεις φορές από τον Ιταλό από μπροστά.

[13:34] Π.Ε. Σου είπε τίποτα;

[13:35] Π.Β. Ντιπ [καθόλου/τίποτα] ξανά τίποτα.

[13:38] Μ.Ε. Σας άφηνε.

[13:40] Π.Β. Τίποτα. Αυτά ήταν ζαλτσιμένα [ζαλισμένα], ρε, από τη βράδυ. Δεν αφσαν [άφησαν]  κρασιά, κουτόπλα [κοτόπουλα], δεν αφσαν [άφησαν] κρασιά, κοτόπουλα, αρνιά, κατσίκια.

[13:51] Μ.Ε.  Έμπαιναν μέσα και τα έπαιρναν;

[13:54] Π.Β.  Ναι.

[13:56] Μ.Ε. Στα μαντριά;

[13:57] Π.Β. στα σπίτια.

[13:58] Μ.Ε. Α στα σπίτια.

[13:59] Π.Β. Στο χωριό!

[14:00] Μ.Ε. Μέσα στο χωριό, πείραξαν κανέναν;

[14:03] Π.Β. Όχι, Όχι, Όχι. Πείραγμα δεν πείραξαν αφού σου λέω πέρασα τρεις φορές. Τότε δεν μας ξαναείπαν. Και…

[14:14] Π.Ε. Όταν ξεκίνησε η μάχη, εσύ πού ήσουνα?

[14:17] Π.Β. Εγώ; Είχαμε πάενει [πάει] στου σπίτ’,[στο σπίτι]πάλι  κι εφυγάμε [φύγαμε] πίσω.  Στις Καρυές το λέγαμε εκεί γιατί ήταν ύψωμα τώρα  μη μας πέρναν [χτυπούσαν] οι σφαίρες .

[14:34] Μ.Ε. Σας έστειλε ο μπαμπάς επάνω; Να πάρετε ψωμί και να πάτε στο μαντρί, ε!

[14:37] Π.Β. Ναι

[14:39] Π.Ε. Τα πρόβατα πού ήταν; ποιος τα φύλαγε;

[14:42] Π.Β. Τα πρόβατα όταν έφυγαν αυτοί και… ησύχασε η τέτοια , τότε έφυγα πήγα κάτ’ [κάτω]στο μαντρί πάλι. Πήγα στο μαντρί πάλι κάτ’ [κάτω] κι ήταν ο συγχωρεμένος ο Γιώργος, ο αδερφός μου. Τώρα Βαΐτσα, λέει πού θα πάμε; λέει, κατά πού θα πάμε, λέει; Ξέρω εγώ; λέω ρε Γιώργο κατά  πού θα πάμε τώρα, λέω.

[15:07] Κάτω λέω θα είναι γιουμάτο [γεμάτο] πτώματα, λέω, πού θα πάμε εμείς;  Να πατάμε ψηλά στα πτώματα και πηγάμε [πήγαμε] με τα πρόβατα εκεί που πήγαμε μακριά για να μη μας βρουν.

[15:24] Μ.Ε. Να μην σας βρούνε.

[15:26] Π.Β. Ναι αυτάααα.

[15:27] Φ.Ψ.  Πολέμησε κανένας απ’ το χωριό;

[15:34] Π.Β. Αν πολέμησαν; όλα τα χωριά, παιδί μου. Όλα τα χωριά. Όλα τα χωριά γύρω, γύρω, γύρω όλα.

[15:43] Φ. Ψ. Στρατολογήθηκε κάποιος; κατέβηκε στη μάχη, κάποιος… για μάχημος; Συχωριανός;

[15:56]  Μ.Ε. Τα αδέρφια σου πήγαν στη μάχη; ή έμειναν να φυλάνε τα πρόβατα;

[16:01] Π.Β. Δεν πάεαν [πήγαν] είχαμε τα πρόβατα.

[16:05] Μ.Ε.  Ήτανε μικρά τότε, ε; Ήτανε μικροί, μετά αφού τελείωσε αυτοί έφυγαν;

[16:13] Π.Β. Σιγά κατά τέσσερις η ώρα, έφυγαν. Τελείωσε η τέτοια.

[16:21] Μ.Ε. Τελείωσε η μάχη.

[16:22] Π.Β. Ν’ άκουγες τα όπλα και ν’ άκουγες τα τέτοια όλα που είχαν. Παπαπαπα, Παναγία μ΄.

[16:32] Μ.Ε. Τρομερά πράγματα, ε;

[16:33] Π.Β. Τι χαζό ήμαν [ήμουν] και….. [γελάει]

[16:36] Μ.Ε.  Ήσασταν μικρή, δεν καταλαβαίνατε τον κίνδυνο, ε;

[16:39] Π.Β.  Τον κίνδυνο, όχι που είδαμε κιόλας δεν πείραξε κανένας τίποτα.

[16:46]  Μ.Ε. Ναι μόνο στα σπίτια μέσα μπήκαν και πήρανε τα…

[16:49] Π.Β.  Ναι, αυτοί ήταν όλη η νύχτα, έτρωγαν , έφτιαναν, τέτοιο.

[16:55] Π.Ε. Πριν φύγουν οι Ιταλοί απ’ το χωριό, πριν τη μάχη, έκαψαν σπίτια;

[17:00] Π.Β.   Εφτά (7) εκείνη τη μέρα. Εφτά σπίτια. Γιατί είπαν αυτοί που είχαν δυο πρόβατα.

[17:10] Π.Ε. Τσελιγκάδες.

[17:11] Π.Β. Τσελιγκάδες να τους δώσουν αρνιά να φάνε.

[17:16] Μ.Ε. Μάλιστα. Εσείς μετά φύγατε αφού έγινε η μάχη  πήρατε τα πρόβατα και φύγατε; Πού πήγατε;

[17:19]  Π.Β. Πήγαμε σε… μακριά.

[17:20] Μ.Ε. Πάνω στο βουνό;

[17:21] Π.Β. Όχι, μακριά, μακριά.

[17:27] Π.Ε. Σε ένα σημείο, πίσω από το βουνό.

[17:30] Μ.Ε. Μαζί με ο μπαμπάς η μαμά όλοι η οικογένεια και όλα τα παιδιά;

[17:33] Π.Β. Αλλού αυτοί.

[17:36]  Μ.Ε. Εσείς με τις αδερφές και τα αδέρφια μόνο, μικροί ήσασταν. Περπατώντας; εκεί πήγατε; και τα πρόβατα;

[17:44] Π.Β. Εμμ περπατούσαμε..

[17:45] Μ.Ε.  Πόσα πρόβατα πολλά;

[17:47] Π.Β. Είχαμε τότες, καμιά ογδονταριά (80). 80 τα πρόβατα και άλλα τόσα γίδια, άντε κάτσε εκεί.. [γελάει]

[18:01] Μ.Ε. Και περνούσατε πάνω από πτώματα μας είπατε;

[18:04]  Π.Β.  Εγώ πατούσα δεν μπορούσαμε να περπατήσω, τι να κάμουμε ;

[18:09] Μ.Ε. Ναι, ναι. Μικροί.

[18:11] Π.Β. Πως θα τα περνούσαμε τα πρόβατα; Θα παενάμε [πηγαίναμε]  μέσα στ’ μάχη; Δεν παένεις [πήγαινες]!

[18:18] Μ.Ε. Πόσες μέρες, ώρες περπατούσατε για να πάτε; Κάπου που να είναι πιο ασφαλές το μέρος.; Μέρες, ώρες;

[18:25] Π.Β. Πάεναμε  [πηγαίναμε]  κάνα δύο ώρες.

[18:30]  Π.Ε. Υπήρχαν άλλα παιδιά σαν και εσένα που μετέφεραν σημειώματα;

[18:36] Π.Β. Δεν κατάλαβα Θύμιο, δεν άκουσα πουθενά.

[18:45] Μ.Ε. Μετά, αφού τελείωσε ο πόλεμος, εσάς σας αναγνώρισαν αυτό που κάνατε; Παρόλο που ήσασταν μικροί και μπορεί να μην καταλαβαίνατε τον κίνδυνο σας έδωσαν κάτι το κράτος να σας τιμήσει γι’ αυτό που κάνατε; που βοηθήσατε;

[19:03] Π.Β. Εμμμμ… τίποτα.  Τίποτας!  Εδώ  μ’ ήξερναν [ήξεραν] οι χωροφυλάκοι όλοι γιατί έκαναν στο χωριό μας  και μ’ είχαν και μέσα στη φωτογραφία που με έβγαλες (απευθύνεται στον Π.Ε.). Παντού, τα χωριά όλα.

[19:33]  Μ.Ε. Σας ήξεραν; Ήξεραν ότι βοηθήσατε, εδώ μόνο, έτσι.;

[19:36] Π.Β. Ναι.

[19:37] Μ.Ε. Μόνο στην Καλαμπάκα και στο χωριό;

[19:40] Π.Β.  Ναι. Έρχομασταν [ερχόμασταν] τότες  συχνά εδώ, ψωνίζαμε. Μαγαζί είχαμε πάνω  έρχονταν για καφέ.

[19:57] Μ.Ε. Ά, είχατε μαγαζί μετά;

[19:59] Π.Ε. Με τον άντρα της μαζί

[20:01] Μ.Ε.  Πού το είχατε, στο χωριό;

[20:02] Π.Ε. Στο κέντρο, στην Οξύνεια.

[20:04] Π.Β. Στην Οξύνεια,  και τώρα το έχουμε, αλλά το έχουμε νοικιασμένο. Έφυγε ο άντρας μ’ , δεν μπορούσα  να κρατήσω.

[20:14] Μ.Ε. Ναι, εννοείται, εννοείται. Ωραία. Ωραία. Ευχαριστούμε πάρα πολύ,κυρία Βαΐτσα. Να είστε καλά.

 

 

 

 

 

Summary
Vaitsa Papachristou recounts her life in Oxyneia, a small village in Greece where she was born and raised. She describes the harsh living conditions, her family’s engagement in livestock farming and agriculture, and the difficult daily life of the time. Particular attention is given to her account of the Battle of Meritsa in 1943, when, at only 12 years old, she took on the task of delivering an important message to the partisans, hiding it in her hair. Her testimony illuminates a significant chapter of Greek history and highlights the courage of the villagers who resisted the occupying forces.
Narrators
Topics
Dates
Tags
Locations
Interview Date
Duration
Search
Close this search box.
Search
Search
Close this search box.
Search
Close this search box.
Search
Search
Close this search box.
Search
Close this search box.
Search
Close this search box.
Search
Close this search box.
Search
Close this search box.