Occupation, Childhood Years and Traditions in Kastania of Kalambaka: The Memories of the Papagiannis Couple

Play Video
Personal Details / Childhood and Education

[00:01] Z.A. Καλησπέρα σε όλους, εγώ ονομάζομαι Αναστασία Ζήκα, είμαι Αρχειονόμος-Βιβλιοθηκονόμος και εργάζομαι στη Βιβλιοθήκη Καλαμπάκας. Σήμερα ημέρα Πέμπτη 21 Αυγούστου του 2025 βρισκόμαστε στην Καστανιά Καλαμπάκας και ήμαστε μαζί με την κυρία Ευαγγελία Παπαγιάννη. Πείτε μας λίγα λόγια για εσάς, πότε γεννηθήκατε; Από πού κατάγεστε;

[00:24] Π.Ε. Όλα, όλα κατάγομαι από μια αστική οικογένεια και γεννήθηκα το 1948, ήμαστε πέντε (5) αδέρφια ε ζήσαμε έτσι λίγο, το χειμώνα πηγαίναμε κάτω στα χειμαδιά [Χειμαδιό ονομάζεται ο τόπος σε πεδινές περιοχές που επέλεγαν οι βοσκοί για να περνάνε τον χειμώνα με τα κοπάδια τους, έτσι ώστε να έχουν τροφή για τα ζώα και να αποφύγουν τις αντίξοες καιρικές συνθήκες των ορεινών περιοχών.] στο Αρδάνι [Το Αρδάνι είναι χωριό της Περιφερειακής Ενότητας Τρικάλων στην περιφερειακή ενότητα Τρικάλων, κοντά στην ομώνυμη πόλη, και είναι κοινότητα του Δήμου Πύλης (πρώην Δήμος Παλαιοκάστρου).] Εδώ μείναμε ούτε πλούσια αλλά ούτε και νηστικοί ήταν η κατάντια. Πηγαίναμε σε ένα σχολείο εκεί στο Αρδάνι γιατί τα πρόβατα τα είχαμε έτσι σε καλύβες ζούσαμε το χειμώνα, τα πρόβατα τα είχαμε εκεί και εμείς πηγαίναμε στο σχολείο περπατώντας με τον τορβά [σακίδιο πλεκτό ή υφαντό από χοντρό μάλλινο ύφασμα, συνήθως πολύχρωμο, το οποίο κρέμεται στον ώμο για τη μεταφορά τροφίμων στην εργασία ή κατά τη διάρκεια της πεζοπορίας] μέσα το ψωμάκι γιατί είχαμε και το απόγευμα, τρώγαμε το μεσημέρι στο σχολείο και ερχόμασταν το βράδυ ότι είχαμε ψωμί με ελιά ότι είχε ο κόσμος τότε.

[01:15] Ζ.Α. Τα σχολικά σας χρόνια πως ήταν;

[01:17] Π.Ε. Τα σχολικά; Μισό καιρό εδώ μισό κάτω (εννοεί στο Αρδάνι) τα ανακατεύαμε και μη χειρότερα. Στο τέλος την έκτη τάξη κιόλας με πήρε ο μπαμπάς γιατί με πήρε στα πρόβατα δεν είχε άλλον εδώ που ήρθαμε τους δύο (2) μήνες όχι όλο το χειμώνα πήγα, το φθινόπωρο. Τα σχολικά μας χρόνια τι τα αναφέρεις μόνο μας έδιναν το βιβλίο, την ανάγνωση, τ’ άλλα δεν είχαμε ούτε βιβλία, ούτε τετράδια με το ζόρι να βρούμε ένα τετράδιο για να μάθουμε το Α, το Β το κάναμε με λάσπη, το βάζαμε σε ένα φύλλο από κολοκύθα, από καρυδιά να τα φέρουμε στο σχολείο. Μεγάλωσα εγώ, ήμουν δεύτερη (εννοεί από τα 5 παιδιά της οικογένειας) της οικογενείας η σταχτοπούτα που λέμε (γελάει..). Τ’ άλλα δύο (2) αδέρφια, η αδερφή μου είναι πιο μικρή και τ΄άλλα δύο αδέρφια ήταν μικρά και τα μεγάλωσα εγώ μεγάλη ταλαιπωρία πολύ, δώδεκα (12) χρονών να ζυμώνεις δώδεκα (12) καρβέλια και δεκαπέντε (15), να βάζεις γάστρα να κάνεις πίτα να τη σηκώνεις γι’ αυτό έχω σακατευτεί (εννοεί έχει πρόβλημα υγείας στη μέση της)  από την μέση.

[02:36] Π.Ε. Μετά αρραβωνιάστηκα, παντρεύτηκα μικρή τον άντρα μου, δεκαεφτά (17) δεκαοχτώ (18) χρονών παντρεύτηκα εδώ δεν είχαμε ένα δωμάτιο, σπίτι δεν είχαμε μετά πήγε στην Γερμανία ο άντρας μου δύο (2) χρόνια, μάζεψε μερικά χρήματα και ήρθε εδώ και κάναμε το σπίτι αυτό. Μετά μεγάλωσαν τα παιδιά, κατεβήκαμε Καλαμπάκα και τα στείλαμε με τα μουλάρια νοικιάσαμε γιατί η δουλειά ήταν να φορτώνει ξύλα πάνω στο βουνό με μουλάρια να ο στάβλος είναι εδώ δίπλα που είχαμε. Μετά που πήγαμε στην Καλαμπάκα τα παιδιά για το γυμνάσιο καλά το κορίτσι το είχε πάρει πρώτα εδώ ο θείος του είναι γαμπρός μου της αδερφής μου ένα (1) χρόνο στο γυμνάσιο κι άλλο ο αδερφός μου άλλα δύο (2), μετά έγινε και ο γιός μου κατεβήκαμε και εμείς εξατάξιο εκεί. Τελείωσαν τα παιδιά ήρθαμε πάλι εδώ, τελείωσαν, σπούδασαν τέλος πάντων.

[03:40] Ζ.Α. Ποιες είναι οι πρώτες αναμνήσεις που έχετε από το χωριό, από την Καστανιά;

[03:45] Π.Ε. Από τις πρώτες; Καλά ήμασταν, ήμασταν όλοι σε κάτι σπίτια της UNRA (Ο Οργανισμός Περιθάλψεως και Αποκαταστάσεως των Ηνωμένων Εθνών ή αλλιώς –όπως είναι ευρύτερα γνωστός– UNRRA (United Nations Relief and Rehabilitation Administration) ήταν διεθνής οργανισμός περίθαλψης, κυρίαρχο ρόλο στον οποίο διαδραμάτιζαν οι ΗΠΑ, αλλά εκπροσωπούσε 44 έθνη. Ιδρύθηκε το 1943, έγινε μέλος των Ηνωμένων Εθνών το 1945, και σταμάτησε τις επιχειρήσεις του σε μεγάλο βαθμό το 1947) τότε, μικρά σπιτάκια από ένα δωμάτιο όλη η οικογένεια αυτές ήταν οι αναμνήσεις. Φτωχικά ήταν όλο το χωριό ήταν μετά τον πόλεμο και είχε καταστραφεί αυτά όλα.

[04:08] Ζ.Α. Πως ήταν ο τρόπος ζωής γενικότερα;

[04:15] Π.Ε. Ο τρόπος ζωής ότι είχαμε τρώγαμε δεν πηγαίναμε να αγοράσουμε, στον μπακάλη πηγαίναμε και μας έδιναν μισό κιλό ζάχαρη δεν είχαμε αυτό που έχουμε τώρα σούπερ- μάρκετ και λοιπά, ότι είχαμε τρώγαμε, είχαμε και τα γίδια εδώ που είχαμε τον τσομπάνο περνούσε όλο το χωριό και ερχόταν το βράδυ και πρωί πίναμε γάλα που είχαμε και πίτες ως επι το πλείστον κάναμε, φασόλια βάζαμε, σκάβαμε στον κήπο και λοιπά, πατάτες αυτά ήταν η ζωή η δική μου. Εδώ με τον άντρα μου παλέψαμε πολύ, πήγε στην Γερμανία δύο (2) χρόνια όπως είπα για να κάνουμε το σπίτι παλέψαμε πολύ και εγώ πήγα μετά πάνω στα βουνά, όλα τα βουνά του Ασπροποτάμου (Η Κοινότητα Ασπροποτάμου υπήρξε οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης α’ βαθμού της Ελλάδας, στο νομό Τρικάλων. Λειτούργησε από το 1999 έως το 2010 με βάση το Σχέδιο Καποδίστριας. Συστάθηκε με τη συνένωση των προϋπαρχουσών κοινοτήτων Αγίας Παρασκευής, Ανθούσης, Καλλιρρόης, Καταφύτου, Κρανέας, Πολυθέας, Στεφανίου και Χαλικίου) έβαζα τα ξύλα ντάνα, ξεφόρτωνα και έβαζα ντάνα και  πείτε μου..

[05:17] Ζ.Α. Όχι συνεχίστε..

[05:20] Π.Ε. Να σου πω τώρα για τον πατέρα μου, πηγαίναμε κάτω στα χειμαδιά με δύο (2) μουλάρια τρία (3) με τα πόδια πηγαίναμε και φέρναμε τα πρόβατα προς τα πάνω εγώ και ο αδερφός μου με τα πόδια έντεκα (11) χρονών εγώ στα δώδεκα (12) περπατήσαμε από το Αρδάνι μέχρι εδώ (εννοεί την Καστανιά) για την άνοιξη που φέρναμε τα πρόβατα. Το φθινόπωρο πήγαιναν για κάτω ήταν μεγάλη ταλαιπωρία τα παιδικά μας χρόνια ήταν πολύ αλλά τώρα βλέπω και χειρότερα με αυτά που βλέπω. Τα παιδικά μας χρόνια παίζαμε, είχαμε γειτονιά τα κορίτσια εμείς πηγαίναμε επάνω εκεί στην κορυφή τώρα γέμισε, εκεί μιλούσαμε, εκεί χορεύαμε δεν πηγαίναμε καφενεία καθόλου πηγαίναμε στο Πέρι (αναφέρεται σε μια περιοχή του χωριού Καστανιά) που λέμε εκεί. Μετά μου έλεγε ο πατέρας μου βρε κορίτσι μου ας είναι φτώχεια πόλεμος να μην γίνει, τι τραβήξαμε στον πόλεμο έλεγε. Τι τράβηξε, ξεκίνησαν λέει το καλοκαίρι τον πήραν δύο (2) φορές τον μπαμπά γιατί ετοιμαζόταν όταν βούλιαξαν την Έλλη [αναφέρεται στον τορπιλισμό και τη βύθιση του καταδρομικού «Έλλη» από το ιταλικό υποβρύχιο Delfino στις 15 Αυγούστου 1940 στην Τήνο, σε ειρηνική περίοδο, ανήμερα του εορτασμού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.] τον πήραν ξανά σε επίταξη που λένε μετά έλεγε 28 Οκτωβρίου χτυπούσαν οι καμπάνες εδώ όργανα έλεγε πήραν όργανα όλα τα παιδιά και έφευγαν για τον πόλεμο. Πηγαίνουμε κάτω έλεγε στην Λάρισα το είχαν βομβαρδίσει το στρατόπεδο, πήγαμε στον Πλατύκαμπο [Ο Πλατύκαμπος είναι η έδρα του πρώην ομώνυμου Δήμου και δημοτικού διαμερίσματος, που υπάγεται στον Δήμο Κιλελέρ της Περιφέρειας Θεσσαλίας], ντυθήκαμε, ήρθαμε στην Καλαμπάκα και από εκεί με τα πόδια πως πήγαιναν; Που είναι η Φούρκα [Η Φούρκα είναι ορεινός οικισμός στον δήμο Κόνιτσας του νομού Ιωαννίνων.] πάνω στη Σαμαρίνα [Η Σαμαρίνα είναι οικισμός της Δυτικής Μακεδονίας στην Περιφερειακή Ενότητα Γρεβενών] με τα πόδια πήγαν εκεί οι Ιταλοί είχαν μπει. Τους κρατήσαν δύο (2) μέρες ώσπου να μπει όλο αλλά έλεγε ο πατέρας μου «εγώ ήμουν με ένα μουλάρι γιατί είπα τον λοχαγό, ήξερα τα μουλάρια δώσε μου να κουβαλάω τα τρόφιμα και μου έδωσε το μουλάρι για να έχω, ήμουν καλά δεν ήμουν στην πρώτη γραμμή αλλά κουβαλούσα νύχτα όμως κουβαλούσαμε, πηγαίναμε εκεί» το χειμώνα έλεγε ο πατέρας μου πολύ χιόνι, όλα τα βουνά της Αλβανίας λέει, χιλιάδες παιδιά τέλος πάντων. Εκεί στα βουνά της Αλβανίας έλεγε «εγώ ήμουν με το μουλάρι δεν ήμουν μπροστά αλλά είχε πολύ χιόνι αυτή την χρονιά. Βρίσκω στον δρόμο τον αδερφό μου που ερχόταν φορτωμένος με πολεμοφόδια. Γιατί του λέω;», «Γιατί σε εμάς ψόφησαν τα μουλάρια από το κρύο, από την πείνα» και είχε τα πόδια του δεμένα γιατί ήταν παγωμένα, πολύ παγωμένα τι τραβούσαν. «Τον έριξα κάτι να φάει πιο πάνω βρήκε τον πατέρα του άντρα σου», «Ωχ, με πονάνε τα χέρια, αυτός κουβαλούσε ήταν τραυματιοφορέας». Όλο το χειμώνα έλεγε επάνω εκεί τα βουνά της Αλβανίας, Βουλιαράτες [Το Βουλιαράτι ή Βουλιαράτες (αλβανικά: Bularat‎‎) αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα χωριά της Άνω Δρόπολης, στην Αλβανία], Αργυρόκαστρο [Το Αργυρόκαστρο (Αλβανικά: Gjirokastër) είναι πόλη της Αλβανίας, πρωτεύουσα του ομώνυμου νομού, και βρίσκεται στο νότιο τμήμα της χώρας,], Τεπελένι [Το Τεπελένι ή Τεπελένιον (αλβανικά:Tepelena, τουρκικά:Tepedelen) είναι η βασική πόλη στην ομώνυμη επαρχία, του νομού Αργυρόκαστρου στη νότια Αλβανία.] εκεί γινόταν οι μάχες. Δεν είχαμε κάλτσες έλεγε ευτυχώς μας λέει ο λοχαγός γράψτε να σας στείλουν κάλτσες, έστειλε η αδερφή μου λέει η μάνα δεν είχε ο πατέρας μου μου έφερε κάλτσες, τις έστειλαν στο Αρδάνι ήρθε το ταχυδρομείο. Εκεί όλα λειτουργούσαν, αυτή που τραγουδούσε πως την λένε η Βέμπο ήταν [Η Σοφία Βέμπο  ήταν κορυφαία Ελληνίδα ερμηνεύτρια και ηθοποιός της οποίας η καλλιτεχνική πορεία εκτείνεται από τον Μεσοπόλεμο έως τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και τη δεκαετία του ’50. Χαρακτηρίστηκε «Τραγουδίστρια της Νίκης» λόγω των εθνικών τραγουδιών που ερμήνευε κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940],  που τραγουδούσε έλεγε αέρα αέρα το χιόνι να ρίχνει έτσι λέει. ‘Ήταν ένας έλεγε θες είχε πυρετό εμείς ήμασταν από τα πρόβατα και αντέχαμε με κάπες. Οι Ιταλοί ήταν μορφωμένοι, με μανδύα, με ξυριστικά που ξέραμε εμείς τέτοια. Η ψείρα μας είχε καταστρέψει  και εκεί επάνω στο βουνό μετά που πήγαιναν στάσου τι μου έλεγε; Για τους Ιταλούς μου έλεγε «όποιον πιάναμε του βγάζαμε είχε σκούφο ωραίο οι Ιταλοί, εμείς ήμασταν αέρα πατέρα» αλλά πολέμησαν κράτησαν έξι (6) μήνες εκεί πέρα. Μετά έγινε η συνθηκολόγηση και ένας λοχαγός είπε κιόλας «φύγετε γρήγορα μας είπε γιατί θα σας σκοτώσουν» που μπήκαν οι Γερμανοί μετά και λέει ένας λοχαγός «Όχι τώρα βγάλαμε όλο τον χειμώνα τώρα να τους πολεμήσουμε».

[10:36] Αφού μπήκαν μετά οι Γερμανοί, έρχονται εδώ πέρα καίνε μερικά σπίτια όχι όλα όμως. Ήρθαν εδώ όλοι μαζεμένοι, φοβόμασταν ότι ήθελαν σου έκαναν. Έπαιρναν το σπίτι και σου το έκαναν, γιατί βρήκαν αρχηγείο των ανταρτών και κατέστρεψαν όλο το χωριό. Ήταν μετά οι Γερμανοί και κυκλοφορούσαν, το 1941 ήταν η πείνα. Δεν πεινάσαμε μου λέει ο πατέρας μου εμείς γιατί είχαμε πρόβατα. Κάτι έσφαζαν, το τυρί, το γάλα δεν πεινάσαμε γιατί πείνασε πολύς κόσμος εδώ στο χωριό όχι τόσοι γιατί είχαν τα αποθέματα, έβαζαν τα πάντα κάτι έβαζαν ωσπότε (ώσπου) να θερίσουν, έβαζαν τα πάντα εδώ στο χωριό, απέναντι ήταν όλο λιβάδια τώρα έκλεισε. Μετά το 1943 οι αντάρτες έπιασαν κάτι Γερμανούς και τους πήγαν επάνω στο Μοναστήρι στα Δολιανά [το σαμποτάζ των αντιστασιακών δυνάμεων στον Σαραντάπορο το 1943, όπου καταστράφηκαν γερμανικά οχήματα, σκοτώθηκαν στρατιώτες και αιχμαλωτίστηκαν 80 Γερμανοί.] και τους έθαψαν, 80 πέρασαν μου το έλεγε και η μάνα μου αυτό. Πέρασαν από το σπίτι της μάνας μου από κάτω. Ήρθαν μετά οι Γερμανοί και έμαθαν όπου ήταν ο άντρας μου με την μάνα του με παρέα κι άλλοι ήταν απέναντι στο βουνό σ’ ένα λάκκο μέσα ποιος τους έφερε εκεί δεν ξέρουμε. Σκοτώνουν την μάνα του, αυτός τον είχε η μάνα του στον ώμο, σκοτώνουν την μάνα του περνάει η σφαίρα από το πόδι του, το έχει λαβωμένο το πόδι ο άντρας μου. Περνάει από το πόδι του πως δεν έπαθε τίποτα, σκότωσαν εκεί όλους δύο μανάδες έπεσαν και αυτές (αναφέρεται σε μια γνώστη) δεν είχαν σκοτωθεί επάνω εκεί τα παιδιά τους όλα σκοτωμένα τι ήθελαν με τα παιδιά τα σκότωσαν. Ήρθαν εδώ στο χωριό δεν άφησαν ούτε κοτέτσι τόσο μανία να το κάψουν και είχε κάτι σπίτια το χωριό λέει ο πατέρας μου τότε όλο δίπατα γιατί από κάτω έβαζαν ζώα, τα τρόφιμα για το χειμώνα δεν υπήρχαν αυτοκίνητα. Το χωριό ήταν πολύ μεγάλο τότε είχε Δημαρχείο πριν τον πόλεμο μετά διαλύθηκαν τα πάντα, είχε τα πάντα ήταν μεγάλο χωριό και πολύ ωραία σπίτια όλα δίπατα τα έκαψαν όλα που να ξεχειμωνιάσουμε λέει ο πατέρας μου; και τα τσίγκια (εννοεί τον τσίγκο)  ελιώσαν και αυτά από τη φωτιά. Έβρισκαν ένα τσίγκο δύο και έκαναν μια καλύβα να ξεχειμωνιάσουν ευτυχώς ο Θεός λυπήθηκε τον κόσμο δεν έδωσε χιόνι αυτή την χρονιά κάτω από έλατα κάτω από αυτά όσοι έζησαν που ήρθαν από εκεί γιατί μερικοί είχαν βγάλει μερικά ρούχα πρόλαβαν τα έβγαλαν και έμειναν  τα ρούχα έχω ένα μέσα ωραίο κεντημένο από την πεθερά μου τα είχαν βγάλει προς τα πίσω άμα τα έβρισκαν οι Γερμανοί τα έκαιγαν. Οι Γερμανοί να έβλεπες έλεγε ο πατέρας μου είχαν στην Αγία Σωτήρα (τοποθεσία στην Καστανιά) μια πλατεία εκεί γινόταν ο γάμος και λοιπά είχαν μάσει (μαζέψει) τις προίκες όλες των κοριτσιών, τις είχαν στρώσει εκεί και διάλεγαν τα καλά, τα φόρτωναν και τα έπαιρναν. Ο κόσμος εδώ γυμνός πως ξεχειμώνιασαν, ενώ ο πατέρας μου έφευγαν κάτω, δεν ήταν παντρεμένος τότε, έφευγαν κάτω στα χειμαδιά ήταν λίγο πιο γλυκά εκεί έξω από τα Τρίκαλα είναι στο Κόρποβο [Το «Κορποβο» αναφέρεται στη Μονή Κοίμησης Θεοτόκου (ή Μονή Κορμπόβου), η οποία βρίσκεται κοντά στα Τρίκαλα, συγκεκριμένα στο χωριό Λαγκαδιά] από κάτω. Αλλά αυτοί που έμειναν εδώ ευτυχώς δεν έκανε χειμώνα δεν τράβηξαν πολλά. Αυτά τα νέα που μου έλεγε και άλλες ιστορίες μου έλεγε ο μπαμπάς πολλές τώρα να τις θυμηθώ λίγο, ιστορίες των παππούδων.

[15:10] Εδώ η οικογένεια όταν ήταν εδώ ο μπαμπάς πούλησε τα γίδια κάναμε τις απόκριες μαζευόμασταν όλη η οικογένεια κάναμε χάσκα [έθιμο της Κυριακής της Τυρινής κατά το οποίο μια ομάδα ανθρώπων, που στέκονται σε κύκλο και με τα χέρια πίσω τους, προσπαθεί να πιάσει με το στόμα ένα αβγό, που είναι δεμένο σ’ ένα σπάγκο], το έχει στην φωτογραφία, κάναμε χάσκα και γελούσαμε ωραία ήταν άλλο τι θέλετε να σας πω για τον γάμο μου;

[15:30] Z.A. Ναι, ναι εννοείται να μας πείτε

[15:33] Π.Ε. Τον γάμο που έκαναν τότε, ένα δωμάτιο είχαμε αλλά στρώναμε, κάναμε έκθεση προικός οπωσδήποτε ερχόταν όλο το χωριό να τη δει την προίκα που είχαμε και μετά την Παρασκευή γινόταν η έκθεση, την Κυριακή ήταν ο γάμος. Ο γάμος γινόταν στο σπίτι. Στο σπίτι βάζαμε τραπέζι, εκεί ντυνόμασταν εγώ η μοδίστρα με έντυσε δεν υπήρχαν ούτε κομμωτήρια το 1965 παντρεύτηκα, ούτε κομμωτήριο με έντυσε η μοδίστρα, φόρεσα ένα νυφικό από μια ξαδέρφη μου που το είχε στείλει Αμερική ήταν πολύ ωραίο νυφικό ανάλογα γιατί δεν είχαμε να αγοράζουμε και τέτοια. Στο γάμο έτρωγαν το μεσημέρι στο σπίτι όλοι, κλαρίνα και αυτά, ερχόταν να πάρουν κατά τις 10 η ώρα τα προικιά, τα έχω στη φωτογραφία. Ερχόταν να πάρουν τα προικιά με τρία (3) άλογα, έπρεπε να είχαμε τρία (3) φορτώματα, σε ένα είχαμε δύο (2) μπαούλα στα άλλα είχαμε φλοκάτες ότι είχαμε κάνει. Το μεσημέρι τρώγανε και μετά το απόγευμα γινόταν τα στέφανα ούτε απόγευμα 5 η ώρα έγιναν εμάς ήταν 31 Μαΐου και μετά χορεύαμε στην πλατεία. Να χορέψει πρώτα ο νονός, τρεις (3) από το νονό μετά ο γαμπρός, μετά η νύφη και μετά όλο το σόι να τους κρατήσουμε ένας χορός από εδώ μέχρι την Αγία Παρασκευή γύρω-γύρω. Έφερναν τα όργανα στο σπίτι την νύφη πιο παλιά έλεγε ο πατέρας μου έκαναν γάμο έναν ξάδερφο που είχε εφτά (7) ημέρες γάμο. Την Δευτέρα έσφαζαν τα πρόβατα με όργανα και τα πρόβατα να τα σφάζουν και μετά συνεχιζόταν κάθε μέρα είχαμε χορό και την ημέρα που παντρεύονταν πάλι στο σπίτι όλα έκαναν και ολονύχτια πάλι που παντρεύτηκε το ζευγάρι είχε πολύ περιπέτεια. Εγώ έλεγε ο πατέρας είχα τόσο υφαντά τότε γινόταν γαμπροί τότε με τον πόλεμο το έκρυψα λέει γιατί άμα θα παντρευτώ με τι θα παντρευτώ; Ούτε ένα ρούχο δεν είχαν ούτε χρήμα η Ελλάδα ήταν σε κακό χάλι. Το έκρυψε λέει και ο πατέρας μου παντρεύτηκε το 1944 πίσω από αυτό το βουνό πέρα στη Σάλτσα που λέμε εκεί σ’ ένα έλατο από κάτω είχαν όργανα, τι τα θέλατε τα όργανα λέω; Ε έτσι το είχαν τότε.

[18:39] Μετά ο μπαμπάς μου με τα γίδια πάντρεψε έμενα πρώτα, μετά η αδερφή μου και μετά η άλλη. Ήμασταν πλήρης οικογένεια, αστική οικογένεια ήμασταν καλά όλα τα χρόνια εγώ δεν έζησα πολύ γιατί εγώ ήμουν σαν σταχτοπούτα η μαμά πήγαινε στον κήπο, πήγαινε στα γίδια εγώ έπρεπε να ήμουν εδώ τα δύο (2) αδέρφια τα μικρά τα μεγάλωσα εγώ και πόσο ήμουν λες; Οχτώ (8) χρονών άντε να βάλεις τώρα.

[19:15] Είχε πολύ περιπέτεια το χωριό τώρα αναστηλώθηκε τότε έδωσε η UNRA και πήραν από ένα σπιτάκι ο πατέρας μου, από ένα δωμάτιο μετά από το 1965 άρχισε το χωριό να φτιάχνει τα σπίτια να αναστηλώνεται σαν χωριό γιατί ήταν διαλυμένα. Μα δεν είχαν αφήσει ένα για σημάδι να ξέραμε σπίτι. Άλλο τι θέλετε;

[19:47] Ζ.Α.  Ποια είναι η επαφή σας με την βλάχικη γλώσσα; Γνωρίζετε να μιλάτε κανονικά;

[19:53] Π.Ε. Κανονικά ούτε μας μάθαινε κανένας αλλά μιλούσαν οι γονείς από μικρός τα παίρνεις κανονικά εμείς, εγώ σου λέω άμα θέλω κάτι μιλάω βλάχικα και μου έλεγε ο εγγονός μου κάτι για μένα είπατε γιαγιά τώρα, βρε όχι για σένα έτσι γιατί μιλάμε και βλάχικα στο σπίτι αλλά τη μάθαμε έτσι από μικρά παιδιά τη μάθαμε την γλώσσα, αυτά είχαμε την επαφή. Άλλο τίποτα πείτε μου κάτι για να θυμηθώ.

[20:24] Ζ.Α. Γνωρίζετε άλλα έθιμα τα οποία γινόταν παλιά που τώρα έχουν εξαφανιστεί

[20:30] Π.Ε. Τώρα ούτε προίκες στρώνουν, ούτε γάμους ούτε τίποτα. Έθιμα ναι, ερχόταν ο γαμπρός στο σπίτι και έπαιρνε την νύφη για να πάμε για τα στέφανα ερχόταν όλο το σόι και ο γαμπρός τον φύλαγαν γιατί τον έριχναν ρύζι όλοι οι βλαμάδες (αυτοί που συνόδευαν την νύφη και τον γαμπρό) και έπιανε από το χέρι την νύφη και ξεκινούσε μπροστά και μετά η νύφη από πίσω. Αυτά τα έθιμα, ερχόταν στο σπίτι δεν ήξεραν ούτε μπομπονιέρες, ούτε α είχαμε τον μπακλαβά όταν ερχόταν ο γαμπρός στο σπίτι είδες ξέχασα για να με πάρει τότε έκοβε τον μπακλαβά. Κάναμε ένα ταψί μεγάλο, το έχω το ταψί το έκοβε ο γαμπρός με τους βλαμάδες και τρώγανε τον μπακλαβά και κουλούρα και έφευγε ο γαμπρός μετά και μετά πηγαίναμε εμείς στα στέφανα. Εγώ στεφανώθηκα στην Αγία Τριάδα επάνω γιατί στον Αη Γιώργη πέρναγαν πλακάκια τότε και κατεβαίναμε στην πλατεία να χορέψουμε όλο το σόι πρέπει να χορέψει, ο θείος, ο πεθερός πως είχαμε αντοχή λέω; Δεκαοχτώ χρονών (18) ήμουν, δεκαεννέα (19) γέννησα την κόρη μου, στα εικοσιδύο (22) τον γιό μου αλλά όχι όμως σαν τώρα τα παιδιά. Ρεύμα δεν είχα που γέννησα τα παιδιά καθόλου ρεύμα, ούτε αυτοκίνητο υπήρχε εδώ στο χωριό. Ήταν ένα αυτοκίνητο είχε τα ΤΕΑ (Τα Τάγματα Εθνοφυλακής Αμύνης (ΤΕΑ), τα οποία λανθασμένα αναφέρονται πολλές φορές ως Τάγματα Εθνικής Ασφαλείας, ήταν ένα ειδικό παραστρατιωτικό σώμα που συγκροτήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1948, κατά τη διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου πολέμου με απόφαση του Γενικού Επιτελείου Στρατού (ΓΕΣ). ) εδώ και είχε ένα τζιπ για ώρα ανάγκης δεν υπήρχε άλλο αυτοκίνητο. Μετά σε λίγο ήρθε ένας αγροτικός γιατρός και έμεινε εδώ δώδεκα (12) χρόνια, είχε και την οικογένειά του είχε και αυτός αυτοκίνητο δεν υπήρχε άλλο αυτοκίνητο. Ερχόταν λεωφορείο, έμενε εδώ το βράδυ και το πρωί έφευγε περνούσαν και πολλά λεωφορεία κατά πάνω προς τον Ασπροπόταμο.

[22:56] Ζ.Α. Θυμάστε κάτι, τι παιχνίδια παίζατε όταν μαζευόσασταν όλοι μαζί;

[23:01] Π.Ε. Αν σου πω τι παιχνίδια, σαλίγκαρο το κάναμε έτσι και πηγαίναμε το πόδι (δείχνει όπως είναι το σαλιγκάρι), τριχίτσα και κρυφτό. Το κρυφτό το είχαμε πρώτο κρυβόμασταν αλλά εμείς τα κορίτσια ανεβαίναμε εκεί επάνω ήταν πολλά κορίτσια η γειτονιά εδώ πέρα είχε πολλά, ήταν όλη η γειτονιά πάνω. Τι παιχνίδια τίποτα είχαμε παιχνίδια; Ούτε κούκλα, α στο Κόρποβο που πηγαίναμε σχολείο τι να κάνουν όλοι και ο δάσκαλος δεν είχε κοιμόταν με την γυναίκα του και το παιδί του μέσα στο γραφείο, ένα γραφειάκι τόσο και η αίθουσα ήταν καλός πολύ μας άφηνε και τρώγαμε κιόλας όταν ήταν παλιόκαιρος όταν ήταν καλός τρώγαμε στην αυλή. Είχαν κάνει μπάλα από μπαλώματα και παίζαμε την μπάλα, έβαζαν ένα τσίγκο έτσι ποιος θα το χτυπήσει από κάτω «το ‘πα, το ‘πα του παπά» λέγαμε παίζαμε με αυτό δεν είχαμε άλλα παιχνίδια, περνούσαμε από εκεί από το Κόρποβο από το μοναστήρι δεν είχε γίνει τότε ήταν όμως ένας παπάς ο παπα-Θανάσης καλογερόπαπας πολύ καλός και μας γύρισε μια φορά έκανε πολύ κρύο και εμείς τα χέρια δεν είχαμε, γαλότσες προλάβαμε οι πιο πριν ζούσαν ξυπόλυτοι και μας γύρισε μια φορά ήμασταν κρυωμένοι μας έδωσε από μια καραμέλα, ζεσταθήκαμε λίγο στη σόμπα ώσπου να φτάσουμε κάτω στο καλύβι μας που είχαμε, ταλαιπωρία μεγάλη ταλαιπωρία να πας. Περάσαμε όχι παιδικά χρόνια δεν με άφηνε η μαμά εγώ ήθελα να πάω να παίξω η ξαδέρφη μου πήγαινε, όχι έλεγε τα παιδιά ποιος θα τα φυλάξει; Ήμουν υποχρεωμένη να φυλάξω τα παιδιά.

[25:14] Ζ.Α. Ποια ήταν η θέση της γυναίκας στην τοπική κοινωνία εκείνο τον καιρό; Πως ζούσατε σαν μια ανύπαντρη κόρη μετά σαν σύζυγος, σαν μητέρα πως ήταν η ζωή;

[25:29] Π.Ε. Η γυναίκα ήταν παρακατιανή, πολύ παρακατιανή. Πιο πρώτα (εννοεί σε παλαιότερα χρόνια) μου έλεγε ο πατέρας μου δεν πέρναγε γυναίκα από την πλατεία από το μαγαζί να την δουν οι άντρες και να πέρναγε απαγορευόταν. Τίποτα, την πεθερά έπρεπε να την προσκυνήσεις, ότι πει η πεθερά όχι σαν τώρα κατάλαβες ήταν η θέση της γυναίκας ήταν και ο σύζυγος δεν βοηθούσε τότε καθόλου μα καθόλου, ή παιδιά είχαμε ή μωρά, τα παιδιά τα θήλασα δεν έδωσα ούτε γάλα ούτε τίποτα και μεγάλωσαν. Τέλος πάντων δεν βοηθούσαν οι σύζυγοι η θέση της γυναίκας ήταν μου έλεγε μια άλλη εδώ θεία ήταν πολλοί στην οικογένεια, βρύσες δεν είχαμε μέσα ως πότε να πάω να πάρω νερό λέει την έτρωγαν την πίτα οι άλλοι, τώρα η νύφη; Ε φάε λίγο ψωμί η νύφη δηλαδή ήταν παρακατιανή πάντα κατάλαβες; Να το ξέρετε αυτό παλιά δεν ήταν όπως είναι τώρα.

[26:47] Ζ.Α. Πρέπει να ήταν και πολύ δύσκολο που μεγαλώσατε τα’ αδέρφια σας, η καθημερινότητα σας πρέπει να ήταν πολύ γεμάτη για να τα καταφέρετε

[26:54] Π.Ε. Γεμάτη να τα μεγαλώσεις οχτώ (8) χρονών ήμουν όταν γεννήθηκε ο μικρός έπρεπε εγώ να τα μεγαλώσω αυτά δεν ζητούσαν μαμά ζητούσαν εμένα όχι γιατί καθόταν η μαμά ήταν στις εξωτερικές δουλειές. Εγώ έπρεπε μετά 10 χρονών 12 να ζυμώνω, να πλένω τα ρούχα στα χέρια αφού δεν είχαμε ρεύμα δεν υπήρχε τίποτα ήταν πολύ δύσκολη πάρα πολύ δύσκολη η ζωή εγώ σαν κοπέλα δεν θυμάμαι καθόλου μετά παντρεύτηκα και μικρή καλά πέρασα με τον άντρα μου δεν έχω παράπονο αλλά ήταν πάντα η γυναίκα κάτω, το κάτω μέρος

[27:36] Ζ.Α. Άρα με τα αδέρφια σας έχετε και πολύ καλή σχέση να φανταστώ

[27:39] Π.Ε. Α τους λέω σας μεγάλωσα μα δεν ερχόταν να ζητήσουν τη μαμά έπρεπε να με βρουν οπωσδήποτε. Πολύ όλη η οικογένεια καλοί ήμασταν μαζεμένοι, παντρευτήκαμε όλα τα παιδιά, καλές κοπέλες όλοι ήμαστε δεμένοι αλλά τα παιδικά χρόνια πέτρινα χρόνια ήταν τα δικά μας. Εκεί κάτω που πηγαίναμε είχε μια πηγή πότε έβγαζε όταν έβρεχε πολύ και χιόνιζε έβγαζε η πηγή και την είχαμε κοντά στα μαντριά όταν δεν είχε η πηγή με φόρτωνε η μαμά μου την βαρέλα δεν ξέρω αν έχετε ακούσει, είναι μια βαρέλα ξύλινη αλλά είναι τόσο μεγάλη (δείχνει το μέγεθος με τα χέρια της) εγώ από τότε θυμάμαι με πονάν οι πλάτες τώρα δώδεκα (12) χρονών και ερχόταν η αδερφή μου να την ξεφορτωθώ γιατί δεν μπορούσα να τη βάλω να σηκωθώ και ερχόταν η αδερφή μου από μια πηγούλα πολύ μακριά και μου την γέμιζε με το κύπελο ξέρω εγώ ότι είχαμε τότε ούτε κύπελα είχαμε. Στο σχολείο μας έδιναν τότε ένα γάλα και ένα τυρί αυτό το γκούντα (ποικιλία τυριού) πρέπει να ήταν σαν αυτό που τρώμε τώρα. Μια μέρα πηγαίναμε με τον δάσκαλο όλοι και μαζεύαμε ξύλα τι να μας έκανε το γάλα και για την σόμπα πηγαίναμε σε όλο το μέρος  και μαζεύαμε ξύλα ένα απόγευμα μας έπαιρνε ο δάσκαλος και πηγαίναμε όλοι για ξύλα. Σηκωνόμασταν πολύ πρωί για να πάμε πότε να φτάσουμε στο σχολείο οχτώ (8) η ώρα και ότι είχαμε στον τορβά ψωμί με ελιές, ψωμί με ότι είχαμε στο σπίτι, πίτα αν είχε κάνει η μαμά κάνα αβγό είχαμε  δύο κοτούλες με τι να τις φέρναμε κάτω δεν είχαμε αυτοκίνητο ήταν όλα πολύ δύσκολη η ζωή αλλά να σου πω πιο αγαπητοί ήταν ο κόσμος, πιο οικογένεια υπήρχε αδέρφια, φίλοι όλοι τις αποκριές πρέπει να πηγαίναμε σε όλους τους θείους να τους χαιρετούσαμε, να τους φιλήσουμε το χέρι ήταν πιο δεμένη η οικογένεια τώρα δεν υπάρχει τέτοια πράγματα και ότι δεν είχε ένας δεν τα είχαμε όλοι το παίρναμε από τους γείτονες από το θείο δανεικό άντε το δίναμε όλα δανείζονταν αναμεταξύ τους πάντα.

[30:36] Π.Ε. Δύο λαμπόγυαλα είχα γεμάτα για να ξημερώσω δεν είχαμε ρεύμα το πρωί έπρεπε πρώτα τα λαμπόγυαλα να πλένω για να είναι έτοιμα πάλι για το βράδυ, να ανάψεις την σόμπα κρύο έκανε σ’ ένα δωμάτιο ήμουν γιατί όλοι ένα δωμάτιο μου έδωσε η πεθερά μου μετά κάναμε το σπίτι εδώ, αυτά τα νέα είναι όλα

[31:02] Ζ.Α. Για το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής;

[31:05] Π.Ε. Α την Αγία Παρασκευή το πανηγύρι κρατούσε τρεις (3) ημέρες από την παραμονή οι άντρες στα καφενεία γλεντούσαν και μετά έπαιρναν τα όργανα και πήγαιναν στην Αγία Σωτήρα (περιοχή στο χωριό Καστανιά) που γινόταν ο χορός δεν ερχόταν καθόλου σπίτι  γλεντούσαν οι γυναίκες να κάνουν δουλειά. Μία μέρα, δύο από τις τρείς η ώρα έπιαναν χορό πως δεν ήταν ζέστη τότε δεν θα ήταν, τρείς η ώρα έπιαναν τον χορό μέχρι το βράδυ τριπλούς χορούς γύρω γύρω πρέπει να έχω καμιά φωτογραφία. Το πανηγύρι το είχαν πως να σου πω από όπου να ήταν οι άντρες από πρόβατα ερχόταν αναμεταξύ τους αυτό περιμέναμε ιδίως εμείς οι γυναίκες για να βγούμε έξω από το πανηγύρι δεν βλέπαμε άλλο κόσμο δεν περνούσαμε από τα καφενεία αυτό ήταν το πανηγύρι ήταν για εμάς γλεντούσαν το βράδυ ωραία, το βράδυ βγαίναμε οικογενειακώς μετά σε κανένα μαγαζί τώρα πιο αυτό (εννοεί στα πιο σύγχρονα χρόνια) πριν τίποτα οι γυναίκες στο σπίτι να κάνουν δουλειές και ήταν δουλειές πραγματικά αφού δεν είχαμε καμιά ευκολία. Τα ρούχα να πλένεις και μόνο ώσπου ήρθε το ρεύμα εδώ το 1970 μετά ε σιγά σιγά εξοικειωθήκαμε πήραμε ψυγείο στην αρχή δεν πήραμε ούτε πλυντήριο ούτε κουζίνα γιατί είχαμε τη γάστρα να σηκώνεις βάρος αλλά μετά σιγά σιγά πήραμε όλα και είχαμε πιο ευκολία αλλά …Δύσκολη δουλειά ο άντρας μου δούλευε το χειμώνα, το καλοκαίρι στα βουνά, τον χειμώνα σ’ ένα εργοστάσιο εδώ που ήταν το Μουράτ και εγώ είχα τα άλογα, τα γίδια, τα μωρά, τη σόμπα όλα πάνω μου αλλά έτσι ήταν η ζωή τότε ήταν δύσκολη αλλά και τώρα βλέπω τα παιδιά, τα εγγόνια μου τι τραβάνε κι αυτά τώρα άλλη δυσκολία με το μυαλό.

[33:35] Ζ.Α. Σήμερα ημέρα Πέμπτη 21 Αυγούστου του 2025, βρισκόμαστε στην Καστανιά Καλαμπάκας και είμαστε εδώ μαζί σας θέλω να μας πείτε το όνομά σας, πότε γεννηθήκατε;

[33:46] Π.Σ. Παπαγιάννης Σωτήριος, λοιπόν το χωριό μας κάηκε δύο (2) φορές, το έκαψαν δύο (2) φορές γιατί ήταν το αρχηγείο εδώ. Το 1944 εγώ ήμουν δυόμισι (2,5) χρονών. Ήμασταν στην περιοχή Κοκόσι (τοποθεσία έξω από το χωριό Καστανιάς) γύρω στα πενήντα (50) άτομα κρυμμένοι από τους Γερμανούς ήρθαν οι Γερμανοί και.., λοιπόν σκοτώθηκαν σχεδόν όλοι. Η μάνα μου σκοτώθηκε και εμένα με είχε φορτωμένο στην πλάτη και είμαι τραυματίας στο γόνα (εννοεί το γόνατο). Πέρασε η σφαίρα την μάνα μου και πέρασε στο γόνατο μου. Εν τω μεταξύ εκεί ήταν και άλλοι τρεις (3) τραυματίες, ο Κόφφας ο Στέργιος, ο Τηλέμαχος ο Μανάκος και η Στυλιανή Κόφφα. Έπεσαν σ’ ένα ρέμα και έγινε θρήνος τι να σου πω, τέλος πάντων εμάς μας βρήκαν εκεί ζωντανοί όχι εμένα και άλλους και κανα δύο γυναίκες έπεσαν πάνω στα μνήματα και είπαν πάει τους σκοτώσαμε και αυτούς και τους άφησαν. Τέλος πάντων μετά ήρθαμε εδώ δεν βρήκαν τίποτα στα σπίτια. Εμείς τον χειμώνα πηγαίναμε στον Τύρναβο με τα πρόβατα, εκεί εγώ τραυματίας να σκούζω όπως μου λένε τι να κάνω; Δεν υπήρχε ούτε φάρμακο, ούτε γάζα με κανένα μπάλωμα πως δεν έπαθα μόλυνση και εγώ δεν ξέρω. Εν πάση περιπτώση πέρασαν πολλά χρόνια μεγαλώσαμε, παντρευτήκαμε, έχω δύο (2) παιδιά όπως σας είπε και η γυναίκα μου (η γυναίκα του είναι η κ. Παπαγιάννη Ευαγγελία που επίσης παραχώρησε συνέντευξη).

[36:02] Τι να πρωτοθυμηθείς, στον Τύρναβο έχω πάει στο σχολείο μετά 4 χρόνια , ανεβοκατεβαίναμε με τα πρόβατα ούτε καν θυμόμασταν τίποτα

[36:20] Ζ.Α. Από το σχολείο έχετε άλλες αναμνήσεις;

[36:24] Π.Σ. Από το σχολείο να εδώ πηγαίναμε 2-3 μήνες εδώ, 5-6 μήνες κάτω δηλαδή με δυσκολία τα γράμματα

[36:40] Ζ.Α. Αναμνήσεις άλλες που έχετε από το χωριό, από την Καστανιά εδώ;

[36:45] Π.Σ. Από το χωριό εδώ καλά περάσαμε μετά άρχισε το χωριό και ιδρύθηκε μετά μπήκαν τα σπίτια έκαναν αλλά με δυσκολίες. Ο περισσότερος κόσμος είχε φύγει παντού είχαν πάει Τρίκαλα, Λάρισα, Αθήνα ο καθένας όπου μπορούσε να ζήσει. Τι άλλο να σας πω τώρα τα είπε όλα η γυναίκα μου σας τα είπε όλα. Αν θέλετε να θυμηθείτε τίποτα;

[37:27] Ζ.Α. Ναι να σας ρωτήσω αν θέλετε εννοείται ποια επαγγέλματα κυριαρχούσαν πολύ στο χωριό;

[37:32] Π.Σ. Εγώ στην αρχή δουλεύαμε στο δασαρχείο, υλοτόμοι και μεταφορείς καυσόξυλων, έχω πάει και δύο (2) χρόνια στην Γερμανία και συζητούσαμε με τον Γερμανό του λέω ρε εσύ με τραυμάτισες είμαι τραυματίας, μου σκότωσες την μάνα και ήρθα εγώ εδώ να δουλέψω σε σένα; Και μου λέει ένα Γερμανός ήθελες εσύ και εγώ τον πόλεμο;

[38:07] Ζ.Α. Γνωρίζετε άλλες ιστορίες από μεγαλύτερους συγγενείς σας;

[38:16] Π.Σ. Ε τι άλλες; Τι να πρωτοθυμηθείς; Ήμασταν και μικροί εγώ γεννησιάρικος (εννοεί είχε μόλις γεννηθεί) 2,5 χρονών τώρα τι;

 

 

Summary
Evangelia and Sotirios Papagiannis share their personal memories of Kastania, Kalambaka. Evangelia describes her childhood years spent in the winter pastures, everyday life, her school years, marriage, and the customs of the village. Sotirios recounts his injury and the loss of his mother during the burning of the village by the Germans in 1944, the seasonal movements with the sheep, and his work at the forestry service and later in Germany. Together, their narratives document ways of life, customs, games, festivals, the social position of women, and the hardships of the Occupation and post–Civil War Greece.
Narrators
Topics
Dates
Tags
Locations
Interview Date
Duration
Search
Close this search box.
Search
Search
Close this search box.
Search
Close this search box.
Search
Search
Close this search box.
Search
Close this search box.
Search
Close this search box.
Search
Close this search box.
Search
Close this search box.