Η Ιστορία της Μετανάστευσης από το Αγιόφυλλο στην Ελβετία: Από τη Φτώχεια στην Ελπίδα

Αναπαραγωγή Βίντεο
Αγροτική Ζωή και Δυσκολίες, Μετανάστευση και Εργασία στην Ελβετία

[00:00] Ψ.Φ. Λοιπόν, ονομάζομαι Ψύρρας Φώτης, είμαι πληροφορικός στη Βιβλιοθήκη Καλαμπάκας.

[00:10] Σ.Ν. Ονομάζομαι Νικολέτα Σιώρη, Βιβλιοθηκονόμος στη Βιβλιοθήκη.

[00:18] Π.Δ. Ονομάζομαι Δήμητρα Πανάρα, είμαι γέννημα θρέμμα  Αγιοφύλλου. Ήμουν εδώ μέχρι τα… ναι, πήγα εδώ, μεγάλωσα εδώ, γεννήθηκα εδώ, πήγα σχολείο, εδώ όλα τα νεανικά χρόνια πηγαίναμε μεροκάματα, δουλεύαμε στα βαμπάκια [βαμβάκια], στα τέφλα [(λαχανικό) γένος εδώδιμων, ποωδών φυτών, όπως το ζαχαρότευτλο, το σέσκουλο, το παντζάρι ή κοκκινογούλι κ.ά.] , σε όλες τις γεωργικές δουλειές, όχι εδώ στο χωριό μας γιατί δεν είχαμε εμείς, δεν σπέρναμε τέτοια πράγματα, δεν καλλιεργούσαμε τέτοια πράγματα, αλλά πηγαίναμε στο Γιδά, στην Αλεξάνδρεια, ναι και σε άλλα μέρη όπου υπήρχαν τέτοιες δουλειές. Δουλεύαμε και κάποια στιγμή, δηλαδή από το ’60 και μετά άρχισε η μετανάστευση. Σιγά σιγά άρχισαν να φεύγουν λίγα λίγα άτομα, μετά γενικεύτηκε το κακό. Ήρθε κάποιος από την Ελβετία, ονομαζόμενος Ζουσέφ, που πήρε τα κορίτσια όλα. Χρειαζόταν χέρια εργατικά, χέρια χρειαζόταν στην Ελβετία.

[01:14] Και όλα τα κορίτσια, η Σοφία, οι αδερφοί μου, οι αδερφές μου και οι δυο. Ναι, φύγανε, εγώ έμενα δεν πήγα, φύγανε οι αδερφές μου όλες, πήγαν στην Ελβετία και μετά, μετά, μετά, μετά, λέω εγώ γιατί κάθισα, τι κάθισα στο χωριό να κάνω, μέχρι πότε θα βάζω τα μπαμπάκια [βαμβάκια] και δεξιά και αριστερά, ναι και φεύγω κι εγώ το 1969, παίρνω την απόφαση και φεύγω και πήγα στην Ελβετία. Εκεί εργαζόμουν μετά σε ένα κλωστήριο, σε ένα κλωστήριο που είχε κλωστές και κουβαράκια να πούμε έτσι, ναι και εκεί πέρα γνώρισα και τον άντρα μου.

[01:50] Παντρεύτηκα, έκανα δυο παιδιά, δυο κόρες, ναι έζησα δέκα χρόνια μαζί του και μετά πάθαμε ένα ατύχημα και σκοτώθηκε ο άντρας μου, 34 χρονών και εγώ 34 χρονών με δέκα χρονών η μεγάλη κόρη μου και εννιά το μικρό και έμενα με αυτές μέχρι σήμερα.

[02:08] Δεν ξαναέφτιαξα τη ζωή μου, δεν θέλησα τίποτα από εκεί και πέρα. Ήταν σαν να τέλειωσαν όλα για μένα. Έχασα ό,τι πολυτιμότερο είχα στον κόσμο, τον σύντροφό μου. Αυτή είναι η ζωή μου, εν ολίγης.

[02:23] Σ.Ν. Θέλετε να μας μιλήσετε για το πώς ήταν η εργασία… οι συνθήκες;

[02:30] Π.Δ. Εκεί πέρα ήταν… εκεί πέρα ήταν διαφορετικό κράτος, μες τον πολιτισμό αυτοί που εμείς ακόμα δεν είχαμε. Εμείς είμαστε παιδιά μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Παιδιά, όχι χορτάτα, να το πούμε έτσι όπως είναι το σήμερον ημέρα, τα παιδιά που δεν τα λείπει τίποτα.

[02:46] Ψ.Φ. Μπορείτε να μας πείτε πότε είστε γεννημένοι.

[02:48] Π.Δ. Το 1946, ναι, 1946. Οπότε, ήμασταν φτωχά παιδιά, φτωχά παιδιά, με δύο αλλαξιές [εννοεί 2 ρούχα] φτωχά. Μία το ένα Σάββατο, μία το άλλο. Τα έπλενε η μάνα, τα έφτιαχνε, να αλλάξουμε πάλι το Σάββατο. Ναι, και δεν είχαμε και όλα τα καλά που έχουν τώρα τα παιδιά. Έτσι λίγο…δεν θα το έλεγα δυστυχισμένα αλλά όχι και πλουσιοπάροχα. Ναι. Οπότε εκεί τελείωσε το Δημοτικό, δεν είχαν δυνατότητα οι γονείς μας τότε. Είμασταν… δυο φορές το κάψανε το χωριό μας, μία οι Ιταλοί και μία η Γερμανοί. Μας κάψανε δυο φορές οπότε σπίτια δεν είχε ο κόσμος, τι άλλο καλά να έχει. Προσπαθούσε να φτιάξει ένα σπίτι, να μαζέψει την οικογένειά του μέσα.

[03:34] Γιατί δέκα άτομα οικογένεια κοιμόταν σε ένα δωμάτιο, σε ένα δωμάτιο μεγάλο εννοούμε, έτσι [δείχνει το δωμάτιο]. Μπορεί να ήταν αυτό όλο το δωμάτιο και να κοιμόταν όλοι, να στρώναμε κάτω όλα τα παιδιά είμαστε όμως αγαπημένοι. Μας έφτανε αυτό, δεν ξέραμε το καλύτερο. Δεν είχαμε απαιτήσεις, δεν απαιτούσαμε ποτέ, εμείς σαν παιδιά, ότι μας δίναν οι γονείς μας. Εμείς απαιτήσεις δεν είχαμε. Τελείωσα το Δημοτικό Σχολείο. Δεν υπήρχε περίπτωση να πάω γυμνάσιο και ας ήμουν και καλή μαθήτρια. Δεν έχω έλεγε ο πατέρας μου να σε σπουδάσω. Κανένα από τα αδέρφια μου, δηλαδή, είμαστε 8 αδέρφια και κανένα δεν σπούδασε.

[04:06] Οπότε το μόνο που έμαθα ήταν, είχε έρθει μια δασκάλα κοπτικής-ραπτικής, εδώ που είχε μαζέψει τις κοπέλες, να μαθαίνουν όλες να γαζώνουν, να κάνουν, να φτιάχνουν. Και με το ζόρι πήγα μόνη μου και λέω ήταν τρεις μήνες από 100 δραχμές το μήνα, κι όμως και αυτά δεν τα είχαμε ρε παιδιά τότε.

[04:26] Ναι, και λέω τον πατέρα μου, θες πλήρωσε τα , δε θες μη τα πληρώνεις. Εγώ θα πάω με το ζόρι να μάθω κάτι και πήγα και μετά δουλεύαμε εμείς, δεν καθόμασταν. Στα βαμπάκια [βαμβάκια], στο ένα, στο άλλο. Θέρο [θέρισμα] πάνω, ακόμα θερίζαμε εμείς.

[04:38] Δεν είχαν βγει τόσο πολύ οι  κομπίνες, να μαζεύουν έτοιμα όλα και αυτά. Κάναμε και πολλές δουλειές με τα χέρια. Ναι, και με τα αυτά.

[04:46] Και το 1969 μετά. [μιλάει μία άλλη κυρία που παραβρίσκονταν στον χώρο της συνέντευξης και γνώριζε την συνεντευξιαζόμενη] Δεν λες όμως ότι και εσύ, ήσουνα καλή μαθήτρια, έστελνε κανένας κορίτσια στα Γυμνάσια;.

[04:54] Π.Δ.  Όχι, που να τα στείλουν τα κορίτσια, που να τα στείλουν τα κορίτσια  δεν πήγαινε κανένα κορίτσι, αφού δεν ήξεραν που είναι τα Μετέωρα.

[05:03] [Μιλάει πάλι η κυρία που ήταν στο χώρο]  Ήταν καλή μαθήτρια. Τα κορίτσια δεν τα άφηναν να πάνε στα Γυμνάσια. Όχι, δεν τα έστελναν ούτε και τον αδερφό μου ήταν καλός μαθητής ούτε και εκείνον τον έστειλαν. Οπότε όλα αυτά μέχρι το 1969.

[05:16] Και μετά αφού άνοιξε ο δρόμος στο εξωτερικό, πήρα την απόφαση και έφυγα.

[05:19] Σ.Ν. Η ζωή στο εξωτερικό πώς σας φάνηκε, πώς ήταν οι συνθήκες, η εργασία;

[05:24] Π.Δ. Στην αρχή πολύ παράξενα. Θα είχα κανένα μήνα και παραπάνω που δεν έφευγε το χωριό καθόλου από το μυαλό μου και το σπίτι μου. Δεν ξέραμε γλώσσα. Γλώσσα δεν ξέραμε. Ε σιγά σιγά δουλεύαμε εκεί με τους Ιταλούς μαζί και τα ιταλικά μοιάζουν λίγο με τα ελληνικά μας φανήκαν λίγο εύκολα μάθαμε τα Ιταλικά. Μάθαμε όχι να μιλάμε απταίστως, γραμματική. Να συνεννοούμαστε μεταξύ μας και αυτό μας ωφέλησε δεν μας έκανε κακό. Ο πατέρας μου έλεγε ότι η μάθεις είναι καλό.

[05:57] Και εκεί μετά γνώρισα τον άντρα μου, παντρεύτηκα το ‘70 και έζησα μαζί του μέχρι το ‘80 και πάθαμε ένα ατύχημα και σκοτώθηκε και εγώ μέσα τραυματισμένη με ρήξη σπλήνας και εσωτερική αιμορραγία και τα παιδιά μου και αυτά, το ένα άνοιξε η πόρτα και το πέταξε έξω και το άλλο έσπασε το χέρι του και έκανε εγχείρηση, και μετά από 2 χρόνια, πήρα την απόφαση και γύρισα στο χωριό. Καλαμπάκα ήμουν, βέβαια. Πήγαιναν τα παιδιά σχολείο και γυμνάσιο και Λύκειο και αυτά. Και μετά, κάποια στιγμή, είδα και τους γονείς μου εδώ πέρα, γύρισα, τους κοίταξα και αυτούς.

[06:34] Ψ.Φ. Για τα παιδικά σας χρόνια θυμάστε…

[06:38] Π.Δ. Τα παιδικά μας χρόνια, είπαμε.

[06:39] Ψ.Φ. Το δημοτικό, πόσα παιδιά είχε…

[06:40] Π.Δ. Ήταν φτωχά, αλλά ήταν καλά. Πάρα πολλά παιδιά.

[06:44] Ψ.Φ. Κάποια ιστορία από τα παλιά…

[06:45] Π.Δ. Εμείς το δημοτικό μας είχε 200 παιδιά. Άρχισαν από την άκρη του δρόμου, πέρα, που μπαίνετε μέσα στο χωριό, δηλαδή από το ρέμα τούτο. Ναι, μέχρι εδώ πέρα, στην παρέλαση, ήταν παιδιά ήταν και 200 παιδιά στο χωριό. Γιατί όλοι είχαν από 5, 6, 7, 8 παιδιά ο καθένας.

[07:07] Ψ.Φ. Θυμάστε κάτι από εκείνα τα χρόνια, ας πούμε, πώς δούλευαν οι γονείς, πως τα περνούσαν.

[07:11] Δουλεύαμε στα χωράφια. Έκανε ο πατέρας χωράφι με τα βόδια, με το αλέτρι, έσπερνε και όταν γίνονταν μετά το θερίζαμε με τα χέρια, κουβαλούσαμε τα δεμάτια, τα μαζεύαμε, τα συγκεντρώναμε σε μια θυμωνιά [σωρός από θερισμένα σπαρτά ή άλλα φυτά και ειδικότερα ο δεμένος] που το λέγαμε.

[07:24] Ερχόταν η πατόζα [αλωνιστική μηχανή], όχι η κομπίνα. Πρώτα-πρώτα οι γονείς μας με τα ζώα γύρω-γύρω έφτιαχναν αλώνι και τα έβαζαν γύρω γύρω και με τα ζώα περνούσαν για να βγει το σιτάρι. Αλλά μετά βγήκαν οι πατόζες, οι πατόζες λεγόταν όχι οι κομπίνες. Ναι, οι πατόζες και τα μαζεύαμε εκεί που μπήκατε μέσα στην άλλη γωνία, όπου μπορούσε να πάει η πατόζα, για να τα δίναμε να πάρουμε και έβγαινε αλλού το άχυρο και αλλού το σιτάρι έτσι. Μετά βγήκαν οι κομπίνες, όπου ήταν καλό το χωράφι και είχε δρόμο και αυτά, πήγαινε η κομπίνα, το μάζευε, έδενες το σιτάρι εύκολο το έπαιρνες.

[08:05] Ψ.Φ. Γενικά η ζωή ήταν εύκολη, δύσκολη;

[08:07] Π.Δ. Δύσκολη. Δύσκολη ήταν η ζωή. Εμείς δεν ξέραμε από καλύτερη ζωή, όμως και αυτό και τώρα που το θυμόμαστε μας ευχαριστεί και εκείνη η ζωή εμάς. Ναι και εκείνη η ζωή εμάς μας ευχαριστούσε. Νομίζω ότι περνούσαμε καλύτερα. Ήταν καλύτερα τα χρόνια.

[08:20] Ήταν ο κόσμος πιο πονεμένος από τους πολέμους που είχε περάσει και από την κατοχή και από αυτά. Ο ένας βοηθούσε τον άλλον. Δεν είχε αυτή η ζήλια, «Ω, γιατί έφτιαξε αυτός και εγώ δεν έχω» Ήταν όλος ο κόσμος το ίδιο. Τελείωνε ένα στο χωράφι, «Α, να πάω να βγάλω έναν όργο [όργωμα] και στον άλλον, να τον δώσω έναν αέρα, να τελειώσει το χωράφι» βοηθούσε ο ένας τον άλλον.

[08:40] Σ.Ν.  Όταν ήσασταν στο εξωτερικό, πού μένατε?

[08:44] Π.Δ. Στην Ελβετία.

[08:46] Σ.Ν. Εννοώ νοικιάζατε σπίτι;

[08:48] Π.Δ.  Είχε το εργοστάσιο δωμάτια.

[08:51] Π.Σ. Στην αρχή που πήγαμε, μέναμε σε ένα χάιρινγκ [εννοεί δωμάτιο] μέσα, όλα τα κορίτσια μας. Από 2, 3 στο δωμάτιο 4.

[08:59] Π.Δ. Το αφεντικό είχε ένα σπίτι που το είχε νοικιάσει με πολλά δωμάτια και μένανε οι κοπέλες όλες και κάτω είχε ένα έξω που μπορούσαν να έρθουν και οι άντρες να μας επισκεφθούν. Όχι να ανεβούν πάνω στα δωμάτια που κοιμόταν οι κοπέλες, απαγορευόταν.

[09:17] Και αυτά γινόταν το ‘69 που σας λέω εγώ τώρα με το 1970.

[09:21] Σ.Ν. Ο μισθός ήταν… Οι συνθήκες, ο μισθός, η συμπεριφορά…

[09:26] Π.Δ. Ο μισθός ήταν στην αρχή μικρός, με τα σημερινά δεδομένα, ήταν πολύ… αλλά ήταν και ζωή διαφορετική και μετά εμείς είχαμε το συνάλλαγμα με τη δραχμή, οπότε όταν εγώ έδωνα [‘έδινα] ένα φράγκο ελβετικό και έπαιρνα 2,5-2,70… πόσες δραχμές; 7 δραχμές. Ενώ εμείς δεν είχαμε έτσι;  Ήταν το συνάλλαγμα που μας βοήθησε. Εκεί σώθηκε ο κόσμος όλος. Γερμανία, Ελβετία. Ενώ ήρθαν οι Γερμανοί, μας έκαψαν, μας κατέστρεψαν και μετά που σταματήσαν και ησύχασαν τα πράγματα, 500.000 Έλληνες μέσα στην Γερμανία. Για δουλειά. Αυτά ήταν κατάλαβες; Ναι, και είπαν, εκείνο με δαιμονίζει [με εκνευρίζει] εμένα πιο πολύ. Είπαμε εμείς τώρα, λέει, θα έρθουν οι Έλληνες που δώσαν τα φώτα σε όλο τον κόσμο και ποιος ξέρει τι  κόσμο θα δούμε. Και ήρθαν, λέει, οι Έλληνες ρακένδυτοι με τρύπια παπούτσια λέμε τώρα, ναι, αφού αυτοί μας είχαν καταντήσει έτσι, αυτοί μας είχαν κατακάψει, αυτοί μας είχαν κατασκοτώσει. Πώς περίμεναν μετά να δουν ένα λαό πολιτισμένο και ένα αυτό. Έτσι είναι.

[10:43] Σ.Ν.  Να μας πείτε και εσείς το όνομα σας.

[10:46] Π.Σ. Πορτίκα Σοφία. Είμαι από ένα άλλο χωριό, Γάβρο [Ο Γάβρος είναι χωριό της περιφερειακής ενότητας Τρικάλων και υπάγεται στον Δήμο Μετεώρων]. Είμαι νύφη εδώ πέρα, στο Αγιόφυλλο. Το 1963 φύγαμε κι εμείς στην Ελβετία. Δουλέψαμε εκεί πέρα. Παντρευτήκαμε, κάναμε δύο παιδιά. Αυτά. Γυρίσαμε στην Ελλάδα ξανά το 1978, ανοίξαμε εδώ το καφενείο δουλεύαμε. Ήταν καφενείο πρώτα εδώ, 25 χρόνια μετά έχασα και εγώ τον άντρα μου. Το δούλεψα 4-5 χρόνια, 6, μόνη μου μετά το έκλεισα.

[11:31] Σ.Ν. Εσείς πώς πήρατε την απόφαση να μεταναστεύσετε;

[11:35] Π.Σ. Να φύγουμε έξω; Τα ίδια..αυτός  που μάζευε πρώτα ο Ζωσέφ ήρθε να πάρει… Αυτός, ε, μας πήρε και από το Αγιόφυλλο. Ήταν 20 κορίτσια, ενώ εμείς από το Γάβρο ήμασταν μόνο δύο και μαζί φύγαμε, όλα μαζί, και πήγαμε εκεί πέρα.

[11:57] Π.Δ. Γνώριζε έναν από το χωριό μας, και του λέει θέλω εργατικά χέρια. Και λέει, πάτε στο χωριό και πάρετε μόνοι σας  μην με πούνε εμένα κάποιος ή χωριανοί πού τα πήγες τα κορίτσια; και ήρθε αυτός ο κύριος και μας μάζεψε.

[12:09] Π.Σ. Είχε μια Ελβετή φιλενάδα, γυναίκα την είχε, δεν ξέρω και αυτός πήρε την απόφαση και ήρθε στην Ελλάδα και μάζεψε τα κορίτσια.

[12:21] Σ.Ν. Η δικιά σας εμπειρία ποια είναι, πώς σας φάνηκε η ζωή;

[12:26] Π.Σ. Πώς μας φάνηκε η ζωή, καλύτερη από εδώ, από την Ελλάδα. Πιο καλή ήταν. Δουλεύαμε σε εργοστάσια, εγώ δούλευα σε στάμπα που βγαίνουν αυτά τα υφάσματα εκεί πέρα. Είχα σκληρή δουλειά.

[12:40] Ψ.Φ. Περάσατε από κάποιον έλεγχο, κάτι τέτοιο εκεί πέρα, κάποια διαδικασία για να πάτε;

[12:44] Π.Σ. Ναι, ναι, περάσαμε, περάσαμε από το μπουξ. Πρώτα από γιατροί. Το μπουξ ήταν τα σύνορα, τα σύνορα. Περάσαμε από γιατροί πρώτα. Το κοινωνικών φρονημάτων [Το πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων ήταν κρατικό έγγραφο το οποίο εκδιδόταν από τις ελληνικές αστυνομικές αρχές ή τον στρατό μεταξύ 1938 και κατά διαστήματα μέχρι το 1981, το οποίο βεβαίωνε ότι κάποιος πολίτης δεν ήταν κομμουνιστής ούτε συμπαθής προς τον κομμουνισμό.] καλό και μετά.

[13:12] Π.Δ. τα παλιά τα είπαμε θερίζαμε, σπέρναμε, είχαμε και εδώ πρόβατα, κτηνοτροφία. Το χωριό μας είναι γεωργοκτηνοτροφικό, όλα τα χωριά εδώ γύρω όχι μόνο το Αγιόφυλλο. Γι’ αυτό και πήραμε τα μάτια μας και φύγαμε.

[13:30] Π.Σ. Του φθινόπωρο σπέρναμε τα χωράφια, τον Νοέμβριο μήνα να κάνει κρύο και να πάμε με τον πατέρα μου στο χωράφι, τα χέρια δεν μπορούσαμε να τα ανοίξουμε από το κρύο.

[13:45] Ψ.Φ. Υπήρχε δηλαδή παιδική εργασία.

[13:47] Π.Σ. Παιδική, από 8 χρονών από τα μικρά μας χρόνια εμείς. Από 8 χρονών δουλεύαμε οι μάνες μας φόρτωναν και ξύλα και πηγαίναμε σε δάσος που δεν πήγαιναν τα ζώα για να βρούμε ξύλα. Αλλιώς δεν βρίσκαμε. Πηγαίναμε σε δάσους που δεν πήγαιναν τα ζώα και μας φόρτωναν τα ξύλα, εμάς, τα κορίτσια. Οχτώ, δέκα χρονών ήμασταν.

[14:11] Ψ.Φ. Τα καλοκαίρια, ας πούμε, που σταματούσαν τα σχολεία;

[14:14] Π.Σ. Όχι, και το χειμώνα.Το χειμώνα και το χειμώνα. Πόσα ξύλα να κουβαλήσεις στην πλάτη για το χειμώνα. πόσα ξύλα να κουβαλήσεις στην πλάτη; αναγκαστικά θα ξαναπήγαινες πάλι. Ναι, ναι. Αυτά περάσαμε, τιμωρία μεγάλη. Και φέρω [τριγυρίζω] όλη μέρα μέσα στον ήλιο, όλη μέρα μέσα στον ήλιο και το βράδυ να πάμε και περπατούντας [περπατώντας] στο χωριό ή θα κοιμόμασταν στο χωράφι, ή θα πηγαίναμε με τα πόδια και πλέκαμε κιόλας, πλέκαμε κιόλας, πλέκαμε κιόλας, να μην πάει η χαμένο [να μην πάει χαμένος ο χρόνος εννοεί].

[14:46] Το χειμώνα νυχτερεύαμε [κάναμε νυχτέρια δραστηριότητα ή εργασία που γίνεται σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της νύχτας]  και το  καλοκαίρι μάλλον, νυχτερεύαμε και το φθινόπωρο. Ρίχναμε ουριές, αυτό λέγεται ουριά  [δείχνουν] δέκα, είκοσι ουριές, τριάντα. Μαζευόμασταν δέκα κορίτσια ποια και ποια να το πλέξει γρηγορότερα. Κάναμε κόμπους εκεί, ποια να το τελειώσει πιο νωρίς. Τραγουδούσαμε, χορεύαμε, τα βράδια, νύχτα.

[15:14] Ψ.Φ.  Έτσι περνούσε η ζωή δηλαδή.

[15:14] Π.Σ. Έτσι περνούσε η ζωή. Δεν είχαμε καφενεία, δεν είχαμε τότε να πάμε σε καφενείο.

[15:17] Π.Δ. Έβγαιναν τα κορίτσια στην πλατεία την Κυριακή το απόγευμα, τραγουδούσαν με το στόμα και χορεύαν. Η πρώτη, η δεύτερη, με τη σειρά, όλα τα κορίτσια χορεύαν. Αυτή ήταν η διασκέδαση δεν ήταν η τηλεόραση.

[15:33] Π.Σ. Μετά, σε γάμους, όταν γινόταν κανένας γάμος εκεί στους γάμους όταν γινόταν.

[15:39] Ψ.Φ. Από αυτά τα τραγούδια που τραγουδούσατε, θυμάστε μήπως κάποιο.

[15:45] Π.Δ. Εμείς οι παλιές τα θυμόμαστε τώρα η νεολαία δεν τα ξέρει.

[15:50] Ψ.Φ.  Θυμάστε ας πούμε τίτλους τραγουδιών που…

[15:53] Π.Δ. Σχεδόν όλα από τη ζωή βγαλμένα, δεν μπορείς να πεις τίτλο. Δεν μπορείς να πεις τίτλο. Όλα τα θυμόμαστε. Όλα από τη ζωή. Ναι.

[16:06]  Πολύ ενδιαφέρον, τα χρόνια τα δικά μας είχαν ενδιαφέρον. Μετά το χειμώνα είχαμε τα καλαμπόκια. Τα μαζεύαμε τον Σεπτέμβριο μήνα, τα πηγαίναμε.. στο χωράφι μάλλον τα κάναμε αγκαλιές. Πηγαίναμε στον ίσκιο, κόβαμε τις ρόκες και μετά τις μαζεύαμε στα τσουβάλια, τις φορτώναμε στα ζώα. Τα πηγαίναμε στο χωριό, τα αδειάζαμε σε υπόγεια και το βράδυ μαζευόμασταν γυναίκες, γειτονιές, φιλενάδες και το καθαρνούσαμε [καθαρίζαμε] βοηθούσε η γειτονιά, βοηθιόταν ο κόσμος.  Έβγαζαν το καλαμπόκι, το άπλωναν στον ήλιο να στεγνώσει, το Δεκέμβριο μετά με τα κλαδευτήρια.

[16:52] Ψ.Φ. Πόσο μεγάλες ήσασταν.

[16:54] Π.Δ./Π.Σ.  Ε, πόσο μεγάλες, μικρές. Μικρή η ηλικία, μικρή ήταν δώδεκα χρονών. Από μικρά όλα, άλλος πήγαινε στα πρόβατα, γουρούνια.

[17:11] Π.Δ. Εγώ άμα καθόμουν να φάω έλεγε ο πατέρας μου εσύ προσέφερες καμιά υπηρεσία σήμερα, να το δικαιολογείς το ψωμί που θες άμα ήθελες μην πήγαινες. Αυτά περάσαμε αλλά ήταν καλά χρόνια όμως, γιατί ήταν όλοι το ίδιο.

[17:24] Ψ.Φ. Ήταν αυστηροί τότε οι γονείς σας όμως.

[17:25] Π.Σ. Βεβαίως. Σεβόμασταν το γονέα ενώ σήμερα δεν υπάρχει σέβαση [σεβασμός]. Η νεολαία δεν υπάρχει. Έπειτα τα κορίτσια δεν πήγαιναν πουθενά, πουθενά στο σπίτι.  Ο πατέρας μου έλεγε, άμα ακούσω τίποτα στο θερόξυλο [ξύλο που χρησιμοποιούσαν στο θερισμό] θα σας σφάξω.

[17:45] Ψ.Φ. Υπήρχε διαφορά από να είσαι αγόρι και κορίτσι;

[17:48] Π.Δ. Βεβαίως, το αγόρι ήταν πιο ελεύθερο, το αγόρι ήταν έξω στο καφενείο  εμείς στα κορίτσια δεν πηγαίναμε.

[17:56] Ψ.Φ.  Κλεισμένες μέσα στο σπίτι.

[17:59] Π.Σ. Μέσα, ε στο χωράφι, στο σπίτι, στις δουλειές.

Π.Δ. Σε καμιά γειτονιά και έρχονταν η μάνα και έλεγε… ήρθε ο πατέρας στο σπίτι, τσακιστείτε, γρήγορα στο σπίτι

[18:10] Σ.Ν. Πώς ήταν η ζωή στο σπίτι; Κάνατε δουλειές;

[18:16] Π.Δ./Π.Σ.  Καλή ήταν.. δουλεύαμε, σαμπως [μήπως]  είχαμε τα έπιπλα, δεν είχαμε  ούτε έπιπλα ούτε τίποτα κάτω κοιμόμασταν όλα.

[18:26] Σ.Ν. Φαντάζομαι βοηθούσατε και στο σπίτι.

[18:28] Π.Σ./Π.Δ. Φυσικά. Καλέ πηγαίναμε για δουλειά και τα μεροκάματα τα πηγαίναμε στο σπίτι μήπως τα κρατούσαμε εμείς για πάρτι μας. Στο σπίτι μέσα βάζαμε όλοι αυτά να περάσουμε εδώ.

[18:37] Σ.Ν. Και μετά όταν επιστρέψατε πλέον στην Ελλάδα…

[18:40] Π.Δ./Π.Σ.  Όταν επιστρέψαμε στην Ελλάδα ήταν πολύ διαφορετικά τα πράγματα. Ο κόσμος είχε πάρει λίγο ανάσα. Μας βοήθησε πάρα πολύ το εξωτερικό στείλαμε λεφτά, στείλαμε συνάλλαγμα εδώ πέρα στις τράπεζες, στις δικές μας. Περνούσε καλά μετά ο κόσμος. Δεν θα έστελνα στον πατέρα μου πέντε δραχμές που λένε για να περάσουν και αυτοί καλά. Δηλαδή να τους θυμάμαι ότι πεινάνε αυτοί και εγώ ζω καλύτερα στην Ελβετία; Όχι! Κάπως έτσι πήρε τα πάνω του ο κόσμος.

[19:11] Ψ.Φ. Η ζωή τότε, ικανοποιούσατε με αυτά που βγάζετε, τα προς το ζήν, τα απαραίτητα ή…

[19:18] Π.Δ.  Αγόρι μου ο καθένας έκανε κουμάντο, κάναμε οικονομία για να περάσουμε. Δεν είχαμε σπατάλες εμείς.

[19:25] Ψ.Φ. Κανένας ή ήταν όλοι το ίδιο;

[19:27] Π.Δ. Σχεδόν ήταν όλοι το ίδιο, άντε να ήταν και ένας δύο λίγο καλύτερα. Παραδείγματος χάριν τώρα να σου πω να καταλάβεις ότι κάποιος είχε 250 πρόβατα και είχε γάλα, τυρί ήταν λίγο πιο καλύτερα αλλά πάνω κάτω ήταν όλος ο κόσμος το ίδιο. Γιατί είχαμε καταστραφεί με τους πολέμους. Ήταν όλοι το ίδιο και δεν…

[19:50] Ψ.Φ. Πόσο χρόνο πήρε να ορθοπατήσετε μετά;

[19:54] Π.Δ. Από το 1960 και μετά. Μετά τον πόλεμο [εννοεί τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο] ήρθε ο εμφύλιος φαγωθήκαν και εκεί. Φαγωθήκαν και εκεί. Έφυγα εγώ το 1969, άλλοι είχαν φύγει πιο μπροστά. Το 1963 έφυγε η Σοφία. Ε, πήρε και καλυτέρεψε ο κόσμος μετά.

[20:12] Ψ.Φ. Όταν αρχίζατε και φεύγατε

[20:14] Π.Δ./Π.Σ. Ναι, αυτά με τη ζωή μας, μας έσωσε το εξωτερικό. Είπαμε να φύγουμε να διώξουμε τη φτώχεια μας που είχαμε πάνω μας. Τα παιδιά έμειναν εκεί δεν έχει σημασία. Εγώ δεν μπορώ να βγάλω συμπέρασμα και να πω ότι αν έρχονταν εδώ θα ήταν καλύτερα ή είναι καλύτερα εκεί που είναι τώρα. Έτυχε έτσι, έμεινε μία κόρη μου εκεί. Οι πρώτοι μετανάστες πήγανε να μάσουνε [μαζέψουν] λεφτά και να γυρίσουνε.

[20:47] Όλοι πήγαμε με αυτόν τον σκοπό. Με τον σκοπό αυτόν. Λίγα χρόνια, να βγάλουμε λίγα λεφτά και να γυρίσουμε έλα που καθίσαμε εκεί για τόσα χρόνια. Και από την ηλικία μου που φύγανε λίγο πιο μπροστά από μένα, ή λίγο πιο πίσω, πολλοί είναι ακόμα εκεί. Παντρευτήκαν τα παιδιά τους εκεί, αυτά, δεν μπορούν να φύγουν. Είναι συνταξιούχοι μεν αλλά το καλοκαίρι εδώ το χειμώνα και έτσι πάλι.

[21:14] Σ.Ν. Από την παράδοση του τόπου τι θυμάστε, θυμάστε έθιμα από τους γάμους, από τις γιορτές;

[21:23] Π.Σ.  Βεβαίως, ο γάμος τότε παλιά γινόταν μια εβδομάδα σχεδόν. Άρχιζε από την Τετάρτη, ανάπιαναν το πρωί, να συμμαζέψουν στο σπίτι στην νύφη, στον γαμπρό, στο κουμπάρο. Να κάνουν το προζύμι και την πέμπτη ζύμωναν το ψωμί, ζύμωναν κουλούρες για να καλέσουν τους φίλους, τους συγγενείς για το γάμο. Την Παρασκευή καλούσαν.

[21:50] Και το Σάββατο βράδυ γινόταν το γλέντι, οι νύφη χωριστά, ο γαμπρός χωριστά. Την Κυριακή το βράδυ, μετά μαζί στο γλέντι, όλοι μαζί, όλοι μαζί. Τη Δευτέρα το πρωί πήγαιναν την νύφη στη Βρύση να της δείξουν που είναι βρύση να πηγαίνει να παίρνει νερό [γελάνε] Να πλένουν τα χέρια, ξέρω τι έκαναν εκεί πέρα. Ναι, τους έριχνε νερό η νύφη τέτοια πράγματα.

[22:19] Ψ.Φ. Από περιέργεια, υπήρχαν τότε νυφοπάζαρα; Που γινόταν αυτά; Και πως ήταν;

[22:29] Π.Δ. Ξεθαρρέψαμε λίγο μετά, έγινε αυτός ο δρόμος εδώ πέρα και αρχίσαμε και κάναμε βόλτα  μέχρι εκεί, μέχρι εκεί. Πρώτα πηγαίναμε προς τον άλλο το δρόμο πάνω, δεν συμμετείχαμε εδώ μέσα στα μαγαζιά που ήταν άντρες και αυτά. Ε, μετά σιγά σιγά πηγαίναμε μέχρι εκεί στην άκρη και μέχρι στον Άγιο Νικόλαο.

[22:45] Ψ.Φ. Δεν γινόταν εκδηλώσεις που μαζεύονταν ας πούμε… ;

[22:49] Π.Δ. Ναι, των Βαΐων γινόταν αυτό που θέλεις να μάθεις τώρα. Ααα, τον Βαΐον, ναι, ναι, στην εκκλησία χορεύαν τα κορίτσια, καθόταν όλα τα αγόρια με τη σειρά και έλεγαν, να έρθει η Σοφία η Πορτίκα, παραδείγμα να φιλήσει το χέρι,  να τον φιλήσει το χέρι να τη δώσει πέντε δραχμές, λέμε τώρα, έτσι, μπορεί να… αν είχε, αν δεν είχε… λέμε ρε παιδί μου τώρα, γι’ αυτό είπα πέντε δραχμές.  Σου λέει να νυφοπάζαρα λίγες παντρεύονταν και έδιναν χωράφια;  Βεβαίως, και αυτά τα προξενιά και το προικιό.

[23:21] Ψ.Φ. συνεχίστε για την εκδήλωση των Βαΐων..

[23:22] Π.Δ./ Π.Σ.  Ναι έλεγαν τι δίνεις εσύ παραδείγματι στον κορίτσι σου άμα θα έρθει  να σου το ζητήσει ο Γιώργος;  Δίνω 10 στρέμματα χωράφια, στην αρχή δεν έδιναν άρχισε ένας που έδωσε χρήματα και μετά άρχισαν όλοι και ζητούσαν κάθε κοπέλα που πήγαιναν να τη ζητήσουν πόσο θα δώσεις για να παντρέψεις τον κορίτσι σου;  Ενώ πρώτα δεν είχαν τέτοια. Φτώχεια, φτώχεια τέτοια.

[23:54] Π.Σ. Άλλη νύφη… παρουσίαζαν άλλη νύφη, άλλη νύφη προξενούσαν άλλη νύφη πήγαινε γινόταν και τέτοια πιο παλιά.

[24:04] Σ.Ν. Για ποιο λόγο;

[24:05] Π.Δ./Π.Σ.  ε θα ήταν εκεί κάποιος που δεν θα μπορούσαν να τη δώσουν. Αυτήν σου είπαμε, αν ήταν καμιά άσχημη… την έκρυβαν, έδειχναν άλλη παρουσίαζαν μετά στον γαμπρό. Δεν είχαν τότε επαφές με τον γαμπρό δεν είχαν επαφές καθόλου. Στον γάμο, όταν θα στεφανώνονταν [θα άλλαζαν τα στέφανα], τότε δεν συναντιόνταν.

[24:33] Σ.Ν. Και ο γαμπρός δεν αντιδρούσε;

[24:38] Π.Δ. Αυτό ήταν το έθιμο. Αυτό ήταν το έθιμα. Σιγά σιγά μετά φύγανε όλα αυτά τα πράγματα. Λέμε τα παλιά, ξεκαθάρισαν τώρα. Πόσοι δεν ήθελαν και τους πήραν με το ζόρι είχαν  και άλλα κορίτσια να παντρέψουν, δεν είχαν μόνο  ένα.

[25:01] Ψ.Φ. Από έθιμα, από παιχνίδια, ας πούμε, της εποχής.

[25:06] Π.Σ./Π.Δ.  Που παιχνίδια εμείς!! Καλά καλά δεν θυμόμαστε τα τώρα… Ήταν ένα, του λέγαμε τα καλογεράκια, κάνα δυο από εδώ άλλες από εκεί. Πώς κάναμε όλες αυτές… τρέχαμε, τρέχαμε από εδώ, τρέχαμε από εκεί, ναι. Δεν το θυμάμαι καλά. Τα παιχνίδια… παίζαμε τον ήλιο, πιο μικρά, ναι, παίζαμε τον ήλιο. Φτιάχναμε, τραβούσαμε έτσι μια γραμμή, τετράγωνα, τετράγωνα και στον κουτσό. Αυτό είναι η λιωμάδα πηγαίναμε την κεραμίδα, που εδώ και στα τετράγωνα, κάναμε 4 τετράγωνα και είχαμε την κεραμίδα τόση δα και πηδάγαμε, αυτά ήταν τα τετράγωνα. Η Τραμπάλα και κάτι τέτοια με ξύλα που φτιάχναμε.

[25:53] Ψ.Φ. Ταξίδια πηγαίνατε τότε όχι;

[25:54] Π.Δ.  Πού ταξίδια ρε παιδί μου; Εμείς θα πάμε ταξίδια; Δεν πηγαίναμε ούτε στα διπλανά χωριά! με τα πόδια θα πηγαίνεις και με τα ζώα, την νύφη αν ήταν από ξένο χωριό με τα ζώα.

[26.09] Π.Σ. Τώρα τι άλλο θέλετε να πούμε; Εσείς αποφασίζετε.

[26:20]  Ψ.Φ. Για τα ήθη και τα έθιμα τότε που είχατε πέρα από το γάμο ας πούμε αυτά θεωρούνται δεδομένα για εσάς αλλά για εμάς η ζωή τότε δεν ξέρουμε τίποτα.

[26:35] Π.Δ. Δεν τα γνωρίζετε ναι από που να αρχίσουμε. Νήστευε να πούμε εδώ ο κόσμος μέχρι να έρθουν τα Χριστούγεννα. Σφάζαμε τα γουρούνια, να φτιάξουμε τις τσιγαρίδες και να ρωτήσει η μια νοικοκυρά πόσους τενεκέδες λίπα [είναι το λίπος από το γουρούνι] έβγαλες; Τότε πιο πολύ ο κόσμος ζούσε με το λίπος δεν είχαν τη δυνατότητα να αγοράσουν λάδια και ζούσαμε με αυτά και αυτά γινόταν. Ερχόταν τα Χριστούγεννα, έσφαζαν τα γουρούνια, τηγανιές, χόρταινε ο κόσμος φαγητό. Πήγαιναν στην πλατεία, χορεύανε μετά, με τραγούδια μόνο οι γυναίκες τραγουδούσαν και άμα ερχόταν τόσο πολύ στα μεράκια έπαιρναν και τα όργανα. Τα όργανα ξέρεις μέσα στη μέση χωρίς μεγάφωνα και οι γυναίκες και οι άντρες να χορεύουν, πίσω οι άντρες μπροστά οι γυναίκες. Αυτά τις μεγάλες τις γιορτές γινόταν. Μετά περνούσαν τα Χριστούγεννα περίμεναν τις αποκριές. Ντυνόταν και από κανένας εδώ πέρα και γύριζε στα σπίτια να δούμε θα τον γνωρίσουν ποιος ήταν  που γινόταν μασκαράς και ξανά πάλι τα ίδια με τις εκκλησίες, με την πλατεία τον χορό, το βράδυ να πούνε όλοι συγχωρεμένα, να συγχωρεθούν γιατί μπαίναμε στην νηστεία μετά, 50 μέρες μέχρι το Πάσχα.

[28:03] Π.Σ./Π.Δ.  Δεν τρώγαμε, κρατούσαμε, δεν είχαμε και να φάμε. Περνούσε η Μεγάλη Εβδομάδα με τις Εκκλησίες και το Πάσχα μετά χαρά μεγάλη ο καθένας έψηνε, έτρωγε ότι δυνατότητα είχε ο καθένας και πάλι ξανά χορό, τραγούδια με το στόμα και χόρευαν οι γυναίκες και αν ερχόταν στα μεράκια και έπαιρναν τα όργανα έβγαιναν στην πλατεία μετά άλλος με το βιολί, άλλος με το λαούτο, άλλος με το κλαρίνο γινόταν το γλέντι μέχρι που νύχτωνε.

Μετά που βγήκαν οι τηλεοράσεις δεν χόρευε κανένας, κόπηκαν όλα [γελάνε]. Τώρα κλείστηκαν όλοι μέσα με τις τηλεοράσεις, βλέπουν τα έργα. Γλέντια καθόλου. Τότε πιο ωραία τα χρόνια για διασκέδαση. Των Βαΐων το είπαμε που κάθονταν τα αγόρια και έλεγαν να τραγουδήσει, θέλει ο τάδε να του τραγουδήσετε ένα τραγούδι ε, άρχιζαν οι κοπέλες έλεγαν και φώναζαν να έρθει η Σοφία, να έρθει η Βάγια καθ’ ένας αυτή που συμπαθούσε, γινόταν και αυτό την ημέρα των Βαΐων.

[29:21] Σ.Ν. Μετά τι έκανε η κοπέλα;

[29:24] Π.Δ. Τίποτα, κοπέλα μου αυτό ήταν όλο δεν ήταν τίποτα. Πήγαινε εκεί, προσκυνούσε, του φιλούσε το χέρι και έπαινε τις πέντε δραχμές να το πούμε έτσι κάπως έτσι γινόταν.

[29:39] Π.Σ. Το χειμώνα πλέκαμε κάλτσες τα λέγαμε τσιρέπια, τα νυχτέρια για να δωρίσουμε όταν παντρευόταν οι κοπέλες να έχουν πενήντα ζευγάρια κάλτσες για να δωρίσουν το σόι του γαμπρού, αδέλφια, ξαδέλφια. Έπρεπε να πλέκουμε μαξιλάρια και κάλτσες. Εμείς δεν χορταίναμε ύπνο και η μάνα μου έλεγε σηκωθείτε τη νύχτα να πλέξετε, να πλέξουμε κάλτσες.

[30:10] Σ.Ν. Αυτά ήταν τα δώρα του γάμου;

[30:11] Π.Σ. Ναι αυτά ήταν τα δώρα που δωρίζανε, ένα μαξιλάρι και ένα ζευγάρι κάλτσες, μαξιλάρια ναι προσκέφαλα τα λέγανε τότε αλλά μετά βγήκαν τα πάνινα. Ο αργαλειός, εγώ ύφαινα στον αργαλειό, προσκέφαλα.

[30:34] Σ.Ν. Η νύφη τι δώρα έπαιρνε;

[30:36] Π.Δ. Την Τετάρτη το βράδυ φτιάχναμε προζύμι, την Πέμπτη φτιάχναμε την κουλούρα, τα είπαμε αυτά..

[30:41] Σ.Ν. Τα δώρα για τους συγγενείς μας είπατε ποια είναι η νύφη;

[30:45] Π.Σ. Ναι τα τσιρέπια και τα προσκέφαλα στον αργαλειό τα κάναμε. Την νύφη τίποτα σχεδόν δεν υπήρχαν δώρα τότε μετά βγήκαν

[31:01] Ψ.Φ. Γιατί γινόταν αυτό πιστεύετε;

[31:04] Π.Δ. Έτσι τα βρήκαν έτσι τα έκαναν, έτσι τα συνέχισαν, παράδοση. Μετά που πήγαμε στο εξωτερικό και είχαμε λεφτά παίρναμε χρυσαφικά.

[31:18] Σ.Ν. Στο εξωτερικό διασκεδάζατε στον ελεύθερο χρόνο σας;

[31:21] Π.Σ./Π.Δ. α εκεί γινόταν καμιά φορά ελληνικός χορός που και που γινόταν κανένας ελληνικός χορός, παντρευόταν κανένας αλλιώς όχι δουλειά και σπίτι δεν είχαμε διασκέδαση.

[31:34] Σ.Ν. Συναντιόσασταν με τους άλλους Έλληνες;

[31:36] Π.Δ./Π.Σ.  Με τους άλλους Έλληνες ναι συναντιόμασταν, ήμασταν πολύ αγαπημένοι, σαν αδέρφια όλοι. Θα πάμε στη Σοφία σήμερα, μια Κυριακή. Η Σοφία είχε το φαγητό έτοιμο έστω μακαρόνια, μακαρόνια ότι είχε. Όλοι οι Έλληνες ήμασταν σαν αδέρφια. Υπολόγιζε πολύ ο ένας τον άλλον.

[31:56] Σ.Ν. Μετά που κάνατε τις οικογένειες σας μείνατε σ’ ένα σπίτι με την οικογένεια σας; Φύγατε δηλαδή; Ο καθένας στο δικό του;

[32:05] Π.Σ./Π.Δ.  Μικρά ήταν τα παιδιά μέναμε σ’ ένα σπίτι, ο καθένας στο δικό του ναι με την οικογένεια του. Ο καθένας νοίκιαζε και το σπίτι του για να στεγάσει την οικογένεια του.

[32:26] Σ.Ν. Τα παιδιά; Πως μεγάλωσαν εκεί;

[32:30] Π.Δ. Τα παιδιά είχαμε ένα πρόβλημα γιατί δεν είχαμε ελληνικό σχολείο, εκείνο ήταν που μας στοίχισε. Δύο ώρες την εβδομάδα πήγαιναν ελληνικό σχολείο. Αυτό μας στοίχισε πιο πολύ και δεν ξέραμε να τα στείλουμε στην Ελλάδα να μάθουν ελληνικά γράμματα; να τα κρατήσουμε εδώ; Ταλαντεύονταν ο κόσμος. Δύο ώρες την εβδομάδα πήγαιναν ελληνικό σχολείο κάθε Σάββατο απόγευμα.

[32:50] Σ.Ν. Ποιος τα πρόσεχε τα παιδιά όταν εσείς δουλεύατε;

[32:53] Π.Δ. Ο καθένας είχε και κάποιον να τα προσέξει εγώ είχα την πεθερά μου εκεί πέρα. Π.Σ. Εγώ μόνη μου, δουλεύαμε βάρδιες. Ήταν και οι βάρδιες, πήγαινε ο ένας, ερχόταν ο άλλος, αντρόγυνα που δεν βλέπονταν ποτέ σχεδόν, Σαββατοκύριακο μόνο. Έγραφε στο χαρτί ότι τα τάισα τα παιδιά έτσι ήταν και αυτά.

[33:18] Ψ.Φ. Αφήνατε τα παιδιά και μόνα τους;

[33:20] Π.Δ./Π.Σ. Ε λίγο ναι, εγώ έβαζα τον γιό μου να κοιμηθεί και όταν γύριζε ο άντρας μου να τον περιλάβει ξυπνούσε και έκλαιγε, ήθελε την μαμά. Εκεί δεν υπήρχε γειτονιά για να τον πας.

[33:34] Ψ.Φ. Υπήρχε κοινότητα εκεί;

[33:35] Π.Δ. Ναι, είχαμε συλλόγους, κοινότητα είχαμε. Συναντιόμασταν Χριστούγεννα, Πάσχα στην Εκκλησία, εμείς κάναμε την δική μας την Ανάσταση δεν κάναμε μια εβδομάδα πιο μπροστά που είχαν οι Ελβετοί. Την Μεγάλη Παρασκευή εμείς κάναμε γύρω γύρω τον Επιτάφιο στην Εκκλησία, έβγαιναν οι Ελβετοί στα παράθυρα και κοιτούσαν  τι κάνουν οι Έλληνες τώρα σου λέει, πώς γιορτάζουν; Ήμασταν σε καλή χώρα, ήμασταν στη χώρα που έχει όλο το χρήμα. Εμίρηδες και κακομοίρηδες τα λεφτά τα έχουν στην Ελβετία γιατί δεν μπλέχτηκαν καμιά φορά σε πόλεμο, η Ελβετία δεν έχει μπλεχτεί καμία φορά σε πόλεμο.

[34:20] Σ.Ν. Πως σας αντιμετώπιζαν οι Ελβετοί;

[34:23] Π.Δ. Ε πότε καλά πότε άσχημα, δεν έπαυε να είμαστε ξένοι .

[34:31] Σ.Ν. Το νιώθατε αυτό;

[34:34] Π.Δ. Ανά πάσα στιγμή θα το νιώσεις ναι, όχι και άσχημα δεν μπορώ να πω ότι μας κακομεταχειρίζονταν. Άμα είχες όρεξη για δουλειά, οι Έλληνες δούλευαν αμέσως το έπιανες τι θα σε έδειχνε εκεί πέρα ναι ήταν ευχαριστημένοι και μετά εμείς δεν είχαμε τις φασαρίες, δεν είχαμε μαλώματα ενώ οι Τούρκοι μάλωναν, χτυπιόταν μεταξύ τους, πήγαινε η αστυνομία, εμείς ήμασταν ήσυχοι δεν είχαμε τέτοια πράγματα. Έδιωξε την φτώχεια από πάνω του ο κόσμος έφυγαν στο εξωτερικό και έκαναν κάτι, πολύ όχι λίγο. Άλλοι στην Αυστραλία, στην Γερμανία, στην Ελβετία σε όλα τα κράτη καμιά φορά λένε και μπορεί να είναι γεγονός ότι περισσότεροι είναι έξω παρά στην Ελλάδα. Αν ήμαστε 10 εκατομμύρια έξω μπορεί να είναι δεκαπέντε σε όλα τα κράτη. Έφυγαν πολλοί έξω.

[35:39] Και εμείς έτσι αρχίσαμε ήρθε ένας Ελβετός που ήθελε εργατικά χέρια και μάζεψε όλες τις κοπέλες από 19 χρονών μέχρι 20,22,25 και μετά άντε και μένα πρόσκληση να έρθω και εγώ

[35:54] Ψ.Φ. Όταν γυρίσατε Ελλάδα πως σας αντιμετώπισαν; τους μετανάστες;

[35:58] Π.Δ. Δεν είχαμε πρόβλημα κανένα απλά άλλη ζωή εδώ άλλη εκεί

[36:04] Ψ.Φ. Είχατε προσαρμοστεί στη ζωή της Ελβετίας;

[36:06] Π.Δ. Βεβαίως, ζοριστήκαμε μετά λίγο ναι

[36:10] Σ.Ν. Τι σας φάνηκε δηλαδή πιο δύσκολο;

[36:13] Π.Δ./Π.Σ. Ε, άλλες συνήθειες εκεί, άλλες εδώ τα πάντα όλα. Εδώ παράδειγμα έχουμε φωτιά με σόμπα ενώ εκεί πέρα δεν είχαμε, είχαμε καλοριφέρ. Εδώ έχουμε με τα ξύλα πρόβλημα [γελάνε] τα πάντα όλα!

[36:32] Ψ.Φ. Ήταν πιο εξελιγμένη χώρα

[36:33] Π.Δ. Έτσι, πολύ όλα τα πάντα εκείνα τα χρόνια που πήγαμε εμείς όλα έγραφαν επάνω τι τιμή είχε το καθένα εδώ δεν ήταν έτσι, σου έλεγε έχει τόσο το ρύζι, τόσο το μακαρόνι δεν είχαμε εμείς ακόμη τιμές πάνω στα προϊόντα όταν φύγαμε εμείς από εδώ. Πώς να μην μας φανεί πιο προοδευμένη εκείνη η χώρα; πιο καλή. Ήμασταν στα ξένα βέβαια εγώ την Ελλαδίτσα μου την αγαπάω πάρα πολύ όπου και να πηγαίνω δεν την ξέχασα ποτέ αλλά…

[37:06] Π.Σ. το μυαλό μας εδώ ήταν, αλλά και εκεί έβλεπες άλλο πολιτισμό μεγάλη διαφορά. Είχαν καθαριότητα πολλή, η πιο καθαρή χώρα είναι και στην Βουλγαρία είδα καθαριότητα στην πρωτεύουσα μέσα που πήγαμε δεν έβλεπες σκουπίδια, ούτε μια γόπα κάτω. Όταν γύρισα εγώ από την Ελβετία και ανοίξαμε εδώ το καφενείο τα τσιγάρα τα πέταγαν κάτω και τα πατούσαν κιόλας ας είχαμε τασάκι στο τραπέζι τα πετούσαν κάτω επίτηδες, και έπαιρνα να σκουπίσω το πρωΐ και μάζευα ένα φαράσι γόπες. Ύστερα σιγά, σιγά άρχισαν και πρόσεχαν. Κοίταξε ο Έλληνας μετά είχε συμμορφωθεί εκεί πέρα, δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά έβλεπε τον άλλον δεν το έριχνε κάτω το σκουπίδι θα έβρισκε καλαθάκι και θα το έριχνε μέσα έτσι και αυτοί με τις γόπες παραδείγματι είχαν συμμορφωθεί δεν τα έριχναν κάτω και να τα σβήνουν, στα τασάκια μόνο.

[38:21] Π.Δ. Αυτά, νομίζω ότι σας είπαμε αρκετά

[38:22] Ψ. Φ. Ευχαριστούμε

[38:23] Π.Δ./Π.Σ. Και εμείς ευχαριστούμε

[38:26] Ψ.Φ. Πως ήταν τα πράγματα στο σχολείο εκείνα τα χρόνια;

[38:27] Π.Δ./Π.Σ. Στο σχολείο ήταν αυτό το λένε μονοθέσιο; Όταν είναι ένας δάσκαλος; Ήμασταν 200 και είχαμε έναν δάσκαλο μόνο. Από το χωριό μας ήταν ο δάσκαλος. Το πρωΐ χτυπούσε η καμπάνα δεν είχαμε ρολόγια εμείς να δούμε τι ώρα είναι. Πηγαίναμε στο σχολείο και μας έκαναν γάλα, μας δίνανε σταφιδόψωμα, αυτά ήταν πίσω πίσω μετά που λέει η Σοφία με το γάλα, τα στέλνανε οι Αμερικάνοι [Τα πρώτα μαθητικά συσσίτια ξεκίνησαν το 1927 αλλά ουσιαστικά το 1931 όταν υπουργός Παιδείας ήταν ο Γ. Παπανδρέου. Αφορούσαν γύρω στους 30.000 μαθητές σε 58 περιοχές της χώρας. Το 1946 αρχίζει μια νέα περίοδος στη λειτουργία των μαθητικών συσσιτίων με τη βοήθεια και της Ούνρα=Οργανισμός Περιθάλψεως και Αποκαταστάσεως των Ηνωμένων Εθνών.] και μας έφτιαχναν γάλα, ωραία ήταν, σταφιδόψωμα ωραία όχι σαν αυτά τώρα που πουλάνε και ένα κομματάκι βούτυρο και κασέρι, αυτά ήταν πίσω πίσω νομίζω όταν είχε βγεί ο Γεώργιος Παπανδρέου ο Γέρος [Από το 1963, πάλι επί κυβερνήσεων Γ. Παπανδρέου, προστέθηκε και μεσημβρινό γεύμα. Τα μαθητικά συσσίτια αποτελούσαν πλέον δραστηριότητα της καθημερινής λειτουργίας του σχολείου, το οποίο είχε και την ευθύνη της αγοράς τροφίμων και της παρασκευής και διανομής των γευμάτων μέσα στους χώρους του.]  και δίναν συσσίτια στα σχολεία έτσι γινότανε ναι.

[39:23] Σ.Ν. Και το μάθημα πως γινόταν;

[39:24] Π.Δ./Π.Σ. Το μάθημα γινότανε, ο δάσκαλος πήγαινε δηλαδή ήταν πρώτη, δευτέρα, τρίτη, τετάρτη τάξη και πέμπτη, έκτη τάξη χωριστά πήγαινε πρώτα εκεί, μετέδιδε έλεγε από εδώ ως εκεί δεν είχαμε και βιβλία τότε εμείς. Εγώ πήγα μέχρι τετάρτη δημοτικού και μετά έβγαλα νυχτερινή δύο ώρες το βράδυ από εκεί πήρα το απολυτήριο. Μετά από κάμποσα χρόνια φέρανε και μία δασκάλα ακόμη μοιράστηκαν μετά κάποιον άλλο δάσκαλο μετά πήραν τα πάνω τους λίγο αλλά στην αρχή είχαμε έναν δάσκαλο που είχε τις τάξεις όλες ναι και όταν υπήρχε ένας καλός μαθητής παραδείγματος χάριν έλεγε πήγαινε στη μικρή την τάξη να τους πεις τι να γράψουν και κάπως έτσι.

[40:18] Σ.Ν. Βοηθούσαν δηλαδή τα μεγαλύτερα παιδιά;

[40:19] Π.Δ. Ναι τα μεγαλύτερα παιδιά βοηθούσαν τα μικρότερα αλλά ωραίες γιορτές ήμασταν και εμείς τότε φρέσκοι που είχαμε απελευθερωθεί και ωραία σκετς παίζαμε και ωραία ποιήματα λέγαμε που μερικά τα θυμάμαι ακόμη, δεν σβήνουν από το μυαλό μου και ήταν ωραία, ήταν ωραίο το σχολείο μας. Εγώ και από τον δάσκαλο είμαι ευχαριστημένη γιατί είχε πάρα πολύ καλή παράδοση δεν είχαμε λέμε βιβλία αλλά είχε τέτοια παράδοση που άμα ήθελες να μάθεις σου τα έβαζε μέσα στο κεφάλι σου εδώ πέρα. Αυτά τα πρώτα χρόνια μετά άρχισαν ήρθε μια δασκάλα.

[41:01] Π.Σ. Δεν είπαμε για τις κλαδαριές που βάζαμε.

[41:04] Π.Δ. Α αυτό είναι άλλο ζήτημα αλλά χτυπούσε η καμπάνα το πρωΐ για να πάμε και όταν δεν καθόμουν καλά μου έλεγε η μάνα δεν κάθεσαι καλά; Δεν κάθεσαι ήσυχα; Την  Δευτέρα η καμπανούλα θα πας στον δάσκαλο [γελάνε]

[41:19] Ψ.Φ. Οι κλαδαριές που είπατε;

[41:21] Π.Σ. οι κλαδαριές τον Σεπτέμβριο βάζαμε κλαδαριές για να έχουν να τρώνε τα ζώα τον χειμώνα, πράσινο κλαδί προτού να ξεραθεί και διάλεγαν ένα ίσιο και από εκει το έβαζαν το κλαδί γύρω γύρω και το έφτιαχναν μέχρι πάνω και τάιζαν τα ζώα το χειμώνα. Στέγνωνε αυτό και τα τάιζαν τον χειμώνα, τότε δεν τάιζαν καρπούς δεν είχαν να αγοράσουν. Τα κέδρα έκοβαν, κουβαλούσαμε και κέδρα [Ο κέδρος (Cedrus) είναι κωνοφόρο αειθαλές δέντρο που ανήκει στην οικογένεια των Πευκοειδών] με το χιόνι και δεν είχαμε και παπούτσια. Ήταν φτώχεια ρε παιδιά, είμαστε παιδιά του 2ου Παγκόσμιου Πολέμου τίποτα δεν είχαμε γι’ αυτό τα πόδια μας πονάνε εμάς τους μεγάλους, καθόλου καλοπέραση. Έπαιρνε η μάνα κάστανα και έλεγε πόσοι είμαστε; 10 από δύο και δύο άμα περίσσευε έβαζε και από κανένα περισσότερο. Κάστανα και μήλα, πορτοκάλια όλοι από ένα πορτοκάλι από ένα μήλο ε κάπως έτσι και αυτά όχι ότι είχαν χρήματα να τα αγοράσουν θα έδιναν ένα κιλό σιτάρι για να τους δώσουν ένα κιλό μήλα κάπως έτσι τα ταίριαζαν, με είδος, αλλαγή.

[42:43] Ψ.Φ. Ευχαριστούμε

[42:44] Π.Δ./Π.Σ. Και εμείς

Περίληψη
Η συνέντευξη αυτή αποτελεί μια πλούσια αφήγηση των κυρίων Πανάρα Δήμητρα και Πορτίκα Σοφία για τη μετανάστευση από το αγροτικό χωριό Αγιόφυλλο στην Ελβετία τη δεκαετία του 1960 και 1970, κυρίως για λόγους εργασίας. Το κείμενο αναφέρεται στις δυσκολίες της ζωής πριν τη μετανάστευση, στις οικογενειακές σχέσεις, στις προσωπικές ιστορίες αυτών που μετανάστευσαν στο εξωτερικό, όπως η ανάγκη για οικονομική αναβάθμιση και η προσαρμογή σε μια νέα ζωή μακριά από το σπίτι. Μιλούν για τα έθιμα και τις γιορτές του παρελθόντος, όπως τα Χριστούγεννα, τις Απόκριες, το Πάσχα, καθώς και τις αλλαγές που έφερε η μετανάστευση στην Ελβετία. Η αφήγηση αναδεικνύει τη διαφορά στον τρόπο ζωής μεταξύ Ελλάδας και Ελβετίας, με ειδική αναφορά στις κοινωνικές σχέσεις, την καθημερινότητα, και την προσαρμογή των Ελλήνων στους ξένους πολιτισμούς.
Αφηγητές/τριες
Θέματα
Χρονολογίες
Ετικέτες
Τοποθεσίες
Ημερομηνία Συνέντευξης
Διάρκεια
Search
Close this search box.
Search
Search
Close this search box.
Search
Close this search box.
Search
Close this search box.