Η Μακρά Πορεία της Χρυσάνθης: Κόρη Αντάρτη στην Τσεxία

Αναπαραγωγή Βίντεο
Παιδική ηλικία στον πόλεμο - Οικογενειακή ζωή και απώλειες - Διώξεις αριστερών μετά την Κατοχή

[00:01] Σ.Ν. Να μας πείτε πότε γεννηθήκατε, θα μας πείτε πως ήταν τα χρόνια εκείνα με την οικογένεια σας πως περνούσατε, πόσα αδέρφια ήσασταν και μετά θυμάστε για το αντάρτικο ;

[00:16] Γ.Χ. Όλη τη ζωή μου

[00:19] Σ.Ν. Ωραία πως ήταν;

[00:21] Γ.Χ. Γεννήθηκα 15 Μαΐου το 1937 στο χωριό Αιμιλιανό Γρεβενών [Ο Αιμιλιανός είναι ορεινό χωριό του νομού Γρεβενών σε υψόμετρο 830 μέτρα]

[00:28] Σ.Ν. Το όνομα σας;

[00:30] Γ.Χ. Το όνομα μου; Χρυσάνθη

[00:33] Σ.Ν. Και το επίθετο;

[00:34] Γ.Χ. η μάνα μου είχε έξι (6) παιδιά

[00:37] Σ.Ν. Θα μας πείτε και το επίθετο σας;

[00:39] Γ.Χ. Γκέκα, Λιακοπούλου-Γκέκα

[00:44] Γ.Χ. η μάνα μου είχε κάνει έξι (6) παιδιά, τρία (3) αγόρια και τρία (3) κορίτσια. Τα κορίτσια πέθαναν τότε με του Ιταλούς στον πόλεμο. Τα αδέρφια μου, ο ένας ήταν αντάρτης.. [αναστενάζει] είναι θλιβερά πράγματα. Τραυματίστηκε εδώ στον Γάβρο [Ο Γάβρος είναι χωριό της περιφερειακής ενότητας Τρικάλων και υπάγεται στον Δήμο Μετεώρων] και κρύφτηκε πίσω από ένα φράχτη. Τον βρήκαν τραυματισμένο, οι Γερμανοί τους έπαιρναν δεν τους σκότωναν τους τραυματίες. Του έριξαν και από πάνω (εννοεί τον πυροβόλησαν) τον πήραν (εννοεί οι σφαίρες)  στην κοιλιά και δεν πέθανε. Τον βρήκαν οι αντάρτες μετά και τον πήραν και τους είπε ότι με βρήκε ο Σούρλας από τον Βόλο ήταν.

[01:39] Σ.Ν. Αυτός ο κύριος ποιος ήταν;

[01:42] Γ.Χ. Αυτός ήταν αστυνομικός από τον Βόλο και υπηρετούσε στο Αγιόφυλλο [Το Αγιόφυλλο είναι χωριό του δήμου Μετεώρων στον νομό Τρικάλων ενώ παλαιότερα ανήκε στον δήμο Χασίων. Είναι χτισμένο σε υψόμετρο 590 μέτρων, στις πλαγιές των Χασίων] και τον γνώριζε ο αδερφός μου γιατί είχαμε θεία εκεί στο Αγιόφυλλο και πήγαινε ο αδερφός μου και τον γνώριζε.

[01:59] Σ.Ν. Ο αδερφός σας στην Καλαμπάκα χτυπήθηκε;

[02:02] Γ.Χ. Όχι στο χωριό στον Αιμιλιανό, στην Καλαμπάκα έχει ιστορία μετά άλλη. Στο χωριό μου τότε στον Αιμιλιανό (Γρεβενών). Από εκεί τον βρήκαν οι αντάρτες μετά όταν ήρθαν και βρήκαν γιατί ο Λιακόπουλος ο Θανάσης (εννοεί τον αδερφό της) λείπει και τον βρήκαν τραυματισμένο και τους είπε ότι με βρήκε ο Σούρλας και με έφερε επάνω, ακόμη ζούσε όμως αφήστε με γιατί θα πεθάνω. Τον έβαλαν στο φορείο, τον πήραν, συνάμα είχε έρθει και ένας αντάρτης που ήταν μαζί υπηρετούσαν, είχε έρθει στο χωριό (εννοεί τον Αιμιλιανό Γρεβενών) και λέει στην μάνα μου αύριο θα φύγω και θα πάω να βρω τον Θανάση (αναφέρεται στον αδερφό της), ότι έχεις να ετοιμάσεις ετοίμασε τα να του τα πάμε. Ε η μάνα μου τότε έφτιαχνε πίτα, φανέλα, εσώρουχα και τα έβαλε ψηλά στο μπουχαρί, τότε μπουχαρί ξέρετε τι είναι; Το τζάκι ψηλά που έχει τότε παλιά (εννοεί κάτι σας ράφια από πάνω) και την νύχτα έπεσε το δέμα από εκεί, αφού έπεσε δεν έφυγε πέρα πήγε προς την φωτιά και πήρε η φανέλα φωτιά. Μύρισε πετάγεται η μάνα μου πάει το παιδί μου, πάει το παιδί μου δεν το είχε σε καλό. Τέλος πάντων ήρθε το παιδί την άλλη μέρα, ετοίμασε η μάνα άλλο δέμα, πήγε τον βρήκε τερματισμένο (εννοεί χτυπημένο βαριά), του λέει σου έφερα δέμα από την μάνα σου, του είπε άστα εκεί θα σηκωθώ την νύχτα να φάω. Την νύχτα έφυγε [συγκινείται].

[03:48] Γ.Χ. Μετά ο άλλος ο αδερφός μου ο Θεόδωρος, αυτός έμεινε ήταν και αυτός δεκαπέντε (15) χρονών αλλά επειδή ήμασταν αριστεροί δεν το κρύβαμε και μας κυνηγούσαν, ο αδερφός μου κοιμόταν κάθε βράδυ έξω και ο πατέρας μου. Ένα πρωί όμως, ήταν Φλεβάρης μήνας και κρύωσαν ήταν με τον κουμπάρο της μάνας μου, δεν σκέφτηκε να πάει με τον κουμπάρο στο σπίτι ήρθε στο σπίτι το δικό μας, χτυπάει το παράθυρο, ποιος είναι λέει η μάνα , άνοιξε μάνα λέει . Παιδί μου γιατί ήρθες τόσο γρήγορα; ακόμη δεν ξημέρωσε του λέει. Ε ρε μάνα κρυώσαμε και φύγαμε λέει. Ξάπλωσε εκεί στα παιδιά ήμουν εγώ και ο αδερφός μου ο Σπύρος [αναστενάζει] ξάπλωσε εκεί, ήρθαν αυτοί παρακολουθούσαν και ήταν από εδώ από την Καλαμπάκα ο ένας, ένας Μυγδάνης. Ήρθαν, χτυπούσαν το παράθυρο, άνοιξε. Δεν ανοίγω λέει η μάνα μου άμα δεν δώσει ο Θεός την ημέρα. Την πρώτη φορά τον έκρυψε τον αδερφό μου μέσα σε ένα αχυρώνα, τον αδερφό μου τον Θεόδωρο που τώρα θα χρονίσει που έφυγε (εννοεί πέθανε). Αυτός και εγώ είχαμε μείνει μετά γιατί τα άλλα τα παιδιά έφυγαν. Αφού ήρθε μετά κρύωσαν και ήρθε στο σπίτι δεν σκέφτηκε να πάει στον κουμπάρο αυτοί παραφύλαγαν γιατί ήθελαν να τον πάρουν στα ζώα πριν, ήρθαν να τον πάρουν στα ζώα κοντά οι φασίστες και η μάνα μου αφού είχε φύγει το ένα το παιδί τότε τον έκρυψε τον αδερφό μου σε ένα αχυρώνα μέσα. Τον έκρυψε, εμένα με έβαλε στην γειτόνισσα δίπλα και αυτή έφυγε και πήγε στης φιλενάδας της το σπίτι κρύφτηκε. Βρήκε το σπίτι από την φιλενάδα της ανοιχτό μπήκε μέσα και κρύφτηκε πίσω από τις βελέντζες [μάλλινο χειροποίητο (σε παραδοσιακό αργαλειό) κλινοσκέπασμα, φτιαγμένο από μαλλί προβάτου (κυρίως) αλλά και γίδας] που είχαν τότε.

[06:17] Γ.Χ. Αναστατώθηκε το χωριό γιατί την έψαχναν να την βρουν και αυτή και τον αδερφό μου και λένε τώρα θα την σκοτώσουν που είναι; Αυτή ήταν στης φιλενάδας της το σπίτι μπήκε μέσα κρύφτηκε, το βρήκε ανοιχτό και μετά η φιλενάδα σκέφθηκε θα πάω να κλείσω το σπίτι το έχω ανοιχτό και θα δούμε τι θα γίνει θα την σκοτώσουν και αυτή και το παιδί άμα την βρουν. Πήγε εκεί η μάνα μου ήταν κρυμμένη, πήγε κλείδωσε το σπίτι, βγήκε μετά η μάνα μου και καθόταν ήσυχη δεν είχε φόβο να την βρουν. Τέλος πάντων γλύτωσε τότε τον αδερφό μου. Μετά όμως είχαν βάλει στόχο να τον πιάσουν, τελευταία όμως κοιμόταν έξω με τον κουμπάρο της μάνας μου και επειδή κρύωσαν ήρθε στο σπίτι. Παιδί μου ήρθες γρήγορα δεν καθόσασταν ακόμη; Κρυώσαμε ρε μάνα και φύγαμε. Ξάπλωσε εκεί ανάμεσα στην Χρυσάνθη και στον Σπύρο (αναφέρεται στον άλλο αδερφό της) είπε η μάνα. Μόλις ξάπλωσε αυτοί παρακολουθούσαν νταν νταν το παράθυρο, ποιος είναι; Άνοιξε! Δεν ανοίγω λέει η μάνα μου άμα δεν δώσει ο Θεός την ημέρα. Μόλις ξημέρωσε πετάνε την πόρτα πέρα, μπαίνουν μέσα, αρπάζουν τον αδερφό μου τον Θόδωρο από εκεί που ήταν ξάπλα, τον πήγαν απέναντι από το σπίτι μας. Ήταν το σχολείο και από εδώ ήταν αλάνα που έπαιζαν τα παιδιά. Εκεί τον χτυπούσαν και τον χτυπούσαν για μια στιγμή λιποθύμησε ο αδερφός μου, δεκαπέντε (15) χρονών ήταν. Αφού λιποθύμησε τον έβαζαν πάγο στο στόμα γιατί ήταν Φλεβάρης μήνας και ήταν παγωμένα κάτω. Τον έβαζαν πάγο στο στόμα και συνήλθε, από εκεί τον πήραν ούτε ξέρω που τον πήγαν καθόλου.

[08:16] Γ.Χ. Ο πατέρας μου είχε άλλα δύο (2) αδέλφια που ήταν δεξιοί. Αμέσως έδωσαν να μην χαλάσετε το παιδί που το πήρατε να μην το χαλάσετε (εννοεί να μην το σκοτώσουν). Τον έφεραν εδώ στην Καλαμπάκα, εδώ ήταν και η αδερφή του πατέρα μου με τον άντρα της όμως ο άντρας της ήταν φασίστας πρώτος. Τι να έκανε η θεία μου; Τον πήραν όμως είχε έναν ανιψιό η θεία μου από τον άντρα της, εκείνος ήταν μάλαμα παιδί, τον πήραν η γυναίκα του και τον είχαν στο σπίτι. Μετά αφού τελείωσε που να τον βάλουν, τον έβαλαν στον Γκέρτσο να δουλέψει, πήγε εκεί τότε που ήταν ο παππούς, δούλευε εκεί, ήταν και ο Μπουτίνας ο Δήμαρχος τότε τον είχαν φέρει στην Καλαμπάκα μετά και πέταγε ο Γκέρτσος, έριχνε λεφτά κάτω, τα έβρισκε ο ανιψιός του τα έβαζε στην τσέπη, τα έβρισκε ο αδερφός μου κύριε Μήτσο σας έπεσαν τα λεφτά σου λέει αυτό είναι παιδί τίμιο, τον πήρε μέσα στο μαγαζί του, τον έκανε μάγειρα, έγινε μάγειρας, έφυγε φαντάρος, γύρισε, είχε και έξι (6) λίρες. Δεν τις έδωσε στη θεία, τις έδωσε στον θείο και ο θείος τις έφαγε τις λίρες [χαμογελάει..] αχ Παναγία μου.

[10:12] ‘Όμως είχαμε και μύλο, ήταν και μυλωνάς, αλέθαμε, στο χωριό αυτά (εννοεί τον Αιμιλιανό Γρεβενών) ερχόταν και αλέθανε από όλα τα χωριά στον μύλο μας και από την Καλαμπάκα εδώ ερχόταν και όταν πήραν τον αδερφό μου τον Θόδωρο τον έφεραν στην Καλαμπάκα. Τον έφεραν εδώ που να πάει, τον έβαλαν εκεί στον Γκέρτσο (αναφέρεται σε κάτοικο της Καλαμπάκας που διατηρούσε εστιατόριο εκείνη την εποχή) κουβαλούσε νερό στο μαγαζί.

[10:53] Σ.Ν. Ποιος ήταν ο κ. Γκέρτσος;

[10:56] Γ.Χ. Ο.. που έχουν τώρα το εστιατόριο στην πλατεία (το εστιατόριο υπάρχει και σήμερα σε μια από τις κεντρικές πλατείες της Καλαμπάκας) τώρα το έχει εγγόνια τώρα

[11:06] Σ.Ν. και τότε ήταν σε εστιατόριο δούλευε;

[11:10] Γ.Χ. Ναι η νύφη του Γκέρτσου ζει η Καίτη και την βρήκα πέρυσι περπατούσε και τον θυμόταν τον αδερφό μου που τον είχαν μέσα. Από εκεί πήγε φαντάρος και τις λίρες δεν τις έβαλε στον Γκέρτσο τις έδωσε στον θείο και πάνε όταν γύρισε πάνε οι λίρες έφυγαν. Αφού δούλευε στον Γκέρτσο μετά παντρεύτηκε και πήρε προίκα το μαγαζί που είναι κάτω στην πλατεία, στην Καλαμπάκα δεν μένετε που είναι του Πώχου (αναφέρεται σε κατάστημα που υπάρχει σε κεντρική πλατεία της Καλαμπάκας) το μαγαζί απέναντι ήταν το μαγαζί του αδερφού μου που είχε πάρει προίκα. Δούλευε εκεί, όμως επειδή ήταν αριστερός τον κυνηγούσαν, όλα τα χωριά όμως πήγαιναν και έτρωγαν στον αδερφό μου γιατί μαγείρευε καλά και ύστερα κανόνιζε τους έπαιρνε τιμή πιο καλή, λυπόταν και αυτός γιατί τι πέρασε. Τέλος πάντων μετά παντρεύτηκε, πήρε το μαγαζί, το άνοιξε, απέκτησε τρία (3) παιδιά, τον Θανασάκη, Σπύρο και Παρασκευούλα. Τον ανιψιό μου τον Σπύρο που μένει εδώ μαζί μου και η κόρη του είναι στα Τρίκαλα η Παρασκευούλα παντρεύτηκε.

[13:25] Σ.Ν. Εσείς πως περάσατε; Μας είπατε για τα αδέρφια σας, εσείς;

[13:32] Γ.Χ. Αφού ήταν οι καταστάσεις τέτοιες που μας κυνηγούσαν μια μέρα πηγαίναμε να πάρουμε νερό δεν είχαμε νερά μέσα για να πιούμε στο χωριό και βγαίναμε έξω. Φεύγουμε τα κορίτσια που ήμασταν παρέα παίρνουμε το γομάρι της γιαγιάς μου το φορτώσαμε τα φτσέλια (εννοεί τις στάμνες ή τα τσίγκινα δοχεία που χρησιμοποιούσαν τότε) που τα λέγαμε και πηγαίναμε να πάρουμε νερό. Στην κατηφόρα εμείς πηγαίναμε λα λα λα (εννοεί τραγουδούσαν) κοριτσάκια τώρα από το πηγάδι ερχόταν τρεις (3) γυναίκες μας λένε δεν σταματάτε λιγάκι; Δεν τα ακούτε τα αεροπλάνα; Που να ακούσουμε αεροπλάνα εμείς ήμασταν οι ίδιες αεροπλάνα, κοιτάμε ήταν τρία (3) παρατάμε το γομάρι εκεί, φεύγουμε, τρέχουμε, το πρώτο σπίτι ήταν της ξαδέρφης του πατέρα μου, μόλις μας είδε μας αρπάζουν μέσα πήγαμε εκεί με ένα τρόπο φεύγω από εκεί και τρέχω να πάω στο σπίτι στην μάνα μου. Τότε οι αντάρτες είχαν φτιάξει αμπριά (λειτουργούσαν σαν κρύπτες/ καταφύγια των αναταρτών) τα λέγανε από κάτω έμπαιναν και από πάνω είχαν χώμα, όπως έτρεχα να πάω στο σπίτι με βλέπουν και με αρπάζουν μέσα εκεί (εννοεί στα αμπριά). Με άρπαξαν μέσα να με προφυλάξουν, με άλλον τρόπο εγώ μικρή ήμουν οχτώμισι (8,5) εννιά (9) χρονών, φεύγω και από εκεί πάω στο σπίτι μπαίνω μέσα, βλέπω την μάνα μου, πάω απ’ έξω και βλέπω ήταν στον τοίχο η μάνα μου ακουμπισμένη γιατί περνούσαν τα αεροπλάνα και λύγιζαν οι αμυγδαλιές (τα δέντρα). Που είσαι κορίτσι μου λέει, που τρέχεις; Βρε μάνα ήρθα να σε βρω της λέω. Ώσπου έφυγαν αυτά, ησύχασαν, καθόμασταν αφού ήταν έτσι οι περιστάσεις που ο Δημοκρατικός Στρατός, το ΕΛΑΣ θα μας τα σκοτώσουν τα παιδιά, βομβάρδιζαν όπου έβρισκαν και κανόνισαν όλοι να πάνε τα παιδιά στις Λαϊκές Δημοκρατίες, να τα γλυτώσουν από όλη την Ελλάδα.

[15:58] Γ.Χ. Ήμασταν είκοσι χιλιάδες (20.000) παιδιά. Ο πατέρας μου ήταν και επιμελητής. Γράφτηκαν κορίτσια και παιδιά από την γειτονιά μου, όσα ήταν να φύγουν αριστεροί, εμένα η μάνα μου δεν με άφηνε , εγώ να κλαίω θέλω και εγώ να πάω, θέλω να φύγω, με έγραψαν και εμένα. Φεύγουμε από εκεί πάμε στο απέναντι χωριό με τα πόδια. Πήρε να νυχτώνει ωχ θέλω να πάω στην μάνα εγώ αφού ήμουν μικρή. Μου λένε τα κορίτσια, φιλενάδες, ξαδέρφες αφού όλα μαζί ήμαστε που θα πας; Ε, μείναμε εκεί, πήγαμε  μας πήγαν στην Αλβανία, εκεί μας έβαλαν σε σπίτια πρώτα και αυτοί τότε από πόλεμο και αυτοί που ήταν αυτά έγιναν το 1948. Έφυγα 25 Μαρτίου το 1948 από το χωριό (εννοεί τον Αιμιλιανό Γρεβενών) φύγαμε. Συνάμα, αφού φύγαμε εμείς είχαμε και πέντε (5) γυναίκες, άλλες είχαν και τα παιδιά μαζί τους που ήταν μικρά και αυτές τις λέγαμε μάνες εμείς να μην ξεχάσουμε τη λέξη μάνα. Μας πήραν από εκεί μας πήγαν στην Αλβανία καθίσαμε εκεί κανα δύο (2) μέρες, μας πήγαν σε σπίτια πρώτα εκεί περάσαμε δεν είχαν και αυτοί μετά ήρθαν οι αντάρτες έβαλαν καζάνια εκεί μαγείρευαν και τρώγαμε. Καθίσαμε τρεις (3) εβδομάδες, 21 μέρες. Μας πήραν από εκεί μετά, που μας πήγαιναν ένας Θεός ήξερε! Μας έφεραν στην Τσεχία και μόλις πήγαμε εκεί μας πέρασαν από κλίβανο. Ψείρα, κακό όλα, μας έβαλαν στα μπάνια, μας έπλυναν από εκεί μας περνούσαν από τους γιατρούς όλους, πλάκες (εννοεί ακτινογραφίες) αυτά όλα. Αφού τελειώσαμε μας πήγαν σε τραπεζαρία, στρωμένα όλα τα πάντα, μαχαιροπίρουνα να τρώμε. Αυτές από πάνω που ήταν , Τσέχες παιδαγωγοί

[18:32] Σ.Ν. Σχολείο ήταν; Σας πήγαν σε ίδρυμα; Τι χώρος ήταν αυτός; Στην Τσεχία ποιος σας φρόντισε, ποιος σας έδωσε φαγητό;

[18:52] Γ.Χ. Οι Τσέχοι, αυτοί

[18:55] Σ.Ν. Η κυβέρνηση;

[18:56] Γ.Χ. Ναι, η Κυβέρνηση (Ήδη από τον Ιούνιο του 1949, αντιπροσωπεία του ΚΚΕ αποτελούμενη από τους Ιωάννη Ιωαννίδη και Μιλτιάδη Πορφυρογέννη, συναντήθηκε με τον Bedrich Geminder, ο οποίος ήταν ο επικεφαλής του Διεθνούς Τμήματος της ΚΕ του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας. Στη συνάντηση, η ελληνική αντιπροσωπεία ζήτησε να φιλοξενηθούν στην Τσεχοσλοβακία περίπου 5.000 άτομα.) Ο αδερφός μου ο μεγάλος πήγαινε σχολείο και πήγαινα και εγώ στο χωριό όταν ήμουν και πήγαινα και εγώ από κοντά και εκεί έμαθα και έγραφα και διάβαζα κι όταν πήγα στην Τσεχία μετά που μας πήγαν, καθίσαμε εκεί καραντίνα έξι (6) μήνες γιατί ήμασταν από.. σου λέει αρρώστιες, ψείρα κακό. Μετά αφού τελείωσε η καραντίνα μας πήγαν σε ένα χωριό, τα παιδιά από το χωριό μας που ήμασταν, ήμασταν πενήντα τρία (53) παιδιά και εγώ πενήντα τέσσερα (54), και μας πήγαιναν όλο σε βίλες, σε ωραία σπίτια. Μας πήγαν εκεί, μας έβαζαν να φάμε, μας έδιναν πιρούνι, μας έδειχναν πώς να τρώμε, τι να σας πω ωραιότατα!

[20:03] Γ. Χ. Μετά η μάνα μου και ο πατέρας μου, ο πατέρας μου έφυγε στο αντάρτικο, την μάνα μου την πήγε στην Αλβανία (Στο τέλος του Αυγούστου του 1949, ο Δημοκρατικός Στρατός υποχωρεί από τη θέση Μπάτρα του Δυτικού Γράμμου στην Αλβανία). Της λένε της μάνας μου εκεί που έμενε με μια φίλη, μια κυρία από το Ζιάκα [Ο Ζιάκας είναι χτισμένος σε υψόμετρο 900 μέτρων με φόντο το όρος Όρλιακας. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το κοινοτικό δάσος του Ζιάκα. Η απόστασή του από τα Γρεβενά είναι 19 χιλιόμετρα.] ήταν και αυτής ο άντρας ήταν έξω ( εννοεί στο εξωτερικό), της λένε σκοτώθηκε ο Αντώνης (εννοεί τον πατέρα της) σηκώνεται η μάνα μου, όπως μας τα ομολογούσε μετά, παίρνει την τριχιά την ρίχνει, την βάζει στον λαιμό για να..(εννοεί να αυτοκτονήσει). Σου λέει το κορίτσι μου δεν ξέρω που ήντο (εννοεί που είναι) ο άντρας μου σκοτώθηκε, το παιδί μου το πήραν, τον αδερφό μου τον Θόδωρο που τον είχαν πάρει τότε αυτοί πάλι οι φασίστες, τι μου μένει; Μου μένει μόνο να κρεμαστώ! Την γλύτωσαν οι γυναίκες εκεί ρίχτηκαν, την άρπαξαν. Κάποια μέρα πήγε ο πατέρας μου, πήγαινε στην Αλβανία και άλλαζε, πήγε στην Αλβανία για να αλλάξει ρούχα του λέει Αντώνη ζεις; Μου είπαν ότι σκοτώθηκες! Ε, ένας Αντώνης είναι μόνο της λέει ο πατέρας μου κάποιος Αντώνης θα σκοτώθηκε. Έφυγε ο πατέρας μου η μάνα μου έμεινε εκεί μετά αφού έχασαν τον πόλεμο οι αντάρτες έφυγαν όλοι έξω και η μάνα μου και ο πατέρας μου έφυγαν και αυτοί έξω, πήγαν στην Αλβανία, Εγώ όμως έστειλα αφού πήγαμε στην Τσεχία, μόλις πήγαμε μας έβαλαν και γράφαμε γράμματα να στείλουμε στο χωριό, στους γονείς μας. Έστειλα εγώ γράμματα αλλά γράμματα δεν έπαιρνα, τίποτα και είχα μία φιλενάδα από το Ζιάκα από τα Γρεβενά. Της λέω Σοφία δεν γράφεις στην μάνα σου μήπως ξέρει που είναι και η δική μου η μάνα; Το ένστικτο! Ε, γράφει η Σοφία μάνα λέει έχω ένα κορίτσι από τον Αιμιλιανό και ήμαστε φιλενάδες το λένε Χρυσάνθη και κλαίει κάθε μέρα, δεν ξέρει που είναι η μάνα της και ο πατέρας της. Η μάνα μου με την μάνα της ήταν στις σκηνές μαζί δίπλα, μόλις είδε της λέει Αντώναινα (από τον άντρα της που τον έλεγαν Αντώνη, έτσι αποκαλούνταν οι γυναίκες τότε με βάση το όνομα τους αντρός τους) το κορίτσι σου είναι μαζί με τη δική μου τη Σοφία. Χαρές η μάνα μου, πήγε και ο πατέρας μου για να αλλάξει του λένε Αντώνη βρήκαμε το κορίτσι, είχαν και σύσταση αυτοί, παίρνει ο πατέρας μου την σύσταση μου γράφει γράμμα στην Τσεχία αυτά αφού φύγαμε μας πήγαν στην Τσεχία εμάς. Ήταν ημέρα Σάββατο, πηγαίναμε να κάνουμε μπάνιο και πάντα μας έστελναν δύο (2) μαζί, αυτά το 1949. Εκεί μου λέει η παιδαγωγός στα τσέχικα έχεις γράμμα μου λέει από την Ελλάδα. Δώσ’το μου της λέω, θα πάτε να κάνετε μπάνιο με την Πηνελόπη κι όταν γυρίστε θα σου το δώσω, πήγαμε τι μπάνιο, πλημμύρα μέσα στο μπάνιο μόλις τελειώσαμε τροχάδην εγώ τα σκαλιά δύο-δύο επάνω, μου δίνει το γράμμα χαρά μεγάλη! Κάθομαι γράφω κι άλλο γράμμα μετά τίποτα πάλι. Παίρνω δεύτερο γράμμα από τον πατέρα μου, κοιτάω έξω την σύσταση από την Τσεχία, αφού έφυγαν και έχασαν τον πόλεμο οι αντάρτες μπήκαν στο καράβι και από εκεί τους έβγαλαν στην Τσεχία. Τους είχαν και αυτούς καραντίνα μετά αφού τελείωσε η καραντίνα ήξεραν που είμαι, ήρθαν και με βρήκαν. Ήρθε η μάνα μου, εγώ πήγα κοντά στην μάνα μου γιατί είχα και φωτογραφίες και η Πηνελόπη η χωριανή μου λέει η μάνα μου το δικό μου το κορίτσι που είναι η Χρυσάνθη; Εγώ ήμουν δίπλα της όμως είχα γίνει στρογγυλούλα (εννοεί είχε παχύνει) που να με γνωρίσει; Της λέω γειά σου μάνα, εδώ είμαι. Με κοιτάει και έκατσαν μετά τρεις (3) ημέρες μαζί τους φιλοξενούσαν μαζί μας και έφευγαν.

[25:04] Μετά αφού έφευγαν εγώ πήγαινα σε σχολή, μας έστελναν μετά σε σχολές και πήγα σε σχολή ηλεκτρολόγων στο Ζατιτς, πήγα εκεί ένα χρόνο αλλά αρρώστησα γιατί είχα αδυναμία στην μάνα μου, αφού αρρώστησα με πήγαν στον γιατρό όλα καλά μετά λέω θέλω να πάω στην μάνα μου. Ακόμη καθόμασταν και γράφαμε γράμματα και εγώ έγραφα και έκλαιγα. Μου λέει η παιδαγωγός γιατί κλαις Χρυσάνθη; Τι κάνεις εκεί; Γράφω γράμμα στην μάνα μου, και τι κλαις; Δεν ξέρω που είναι, όμως πολύ μας πρόσεχαν αφού μετά βρέθηκα με την μάνα μου, μετά το πρώτο γράμμα με την μάνα της Σοφίας το δεύτερο γράμμα ήρθε από την Τσεχία από το Μικολοφ έφυγαν μπήκαν και αυτοί στην Τσεχία και ήταν σε καραντίνα. Όταν πήρα δεύτερο γράμμα και κοιτάω Τσεχία ήμαστε έλεγαν στην καραντίνα έλεγε ο πατέρας μου όταν θα βγούμε θα ανταμώσουμε και όπως πέρασαν έξι (6) μήνες όπου ήταν καραντίνα βγήκαν, ήρθαν και ανταμωθήκαμε. Είδαν και πως ζούσαμε όμως, πέντε (5) φορές την ημέρα τρώγαμε και αυτοί τους φιλοξενούσαν έκατσαν τρεις (3) μέρες και έφευγαν πάλι. Αφού τελειώσαμε πήγα στη σχολή ηλεκτρολόγων έφυγα όμως λέω θα πάω στην μάνα μου έφυγα και πήγα στην μάνα μου. Μέναμε μαζί και αφού είχα ενηλικιωθεί και μετά και για δουλειά, ο πατέρας μου δούλευε έξω σε χωράφια τότε αγρότης και εγώ πήγα, δουλεύαμε και εμείς έξω ως αγρότισσα όμως ήμουν έτσι δραστήρια. Είχαμε τον υπεύθυνο τον Τσέχο, Φραγκίσκο τον έλεγαν και ήταν επιστάτης. Δουλεύαμε όλες μαζί όμως όταν είχαμε μερίδιο, τότε είχαν τεύτλα αυτοί ζαχαρότευτλα και αυτά αν έκανες πολλά στρέμματα πληρώνονταν και παραπάνω και μας έδιναν και ζάχαρη. Εγώ δούλευα η αλήθεια είναι και αφού μετά έφυγε αυτός ο Φραγκίσκος με έβαλαν και επιστάτη ήμασταν 14 γυναίκες, Ελληνίδες όλες, εμένα με είχαν επιστάτη, έγραφα ότι δουλειά άμα είχαμε δουλειά η κάθε μια όπως τα τεύτλα που σκαλίζαμε η κάθε μία ξεχωριστή δουλειά εγώ έπρεπε να καταγράψω όλες πόση δουλειά έκαναν, πήγαινα μετά στο σπίτι και έπρεπε να βγάλω τους μισθούς από τις γυναίκες τους μισθούς να τους βγάλω εγώ όλα. Κάθε εβδομάδα παρέδιδα στο λογιστή τόσα λεφτά έβγαλε η μια, τόσα η άλλη, τόσα η άλλη και μετά έδινα το τελευταίο το μηνιαίο.

[29:24] Αφού πήρα τη θέση του Φραγκίσκου, δουλεύαμε στρέμματα και είχαμε ένα μέτρο και μετρούσαμε εκτάρια, τώρα εγώ λέω να έχω ένα μέτρο, πάω στον μαραγκό ήταν φίλος του πατέρα μου, του λέω θείο θα μου κάνεις ένα δίμετρο μέτρο, το κρατούσα έτσι (δείχνει πως το κρατούσε) και μετρούσα να μην μετράω συνέχεια με ένα μέτρο. Μου το έφτιαξε μετρούσα εγώ όλα εντάξει. Μετά πηγαίναμε στα τεύτλα όπως ερχόταν οι δουλειές στα ζαχαρότευτλα, εκεί τα τεύτλα είναι σαρανταπέντε (45) πόντους οι σειρές πάλι εγώ έπρεπε να σκαλίζω να πηγαίνουμε μια από εδώ μια από εκεί (δείχνει πάλι τον τρόπο) , πηγαίνω ξανά στον θείο αυτός ήταν και μαραγκός αλλά δούλευε και σε τέτοια που έχουν εργαλεία , του λέω θείο θα μου φτιάξεις ένα τσαπάκι σαρανταπέντε (45) πόντους. Πως θα στο κάνω βρε κορίτσι μου μου λέει, το ζωγραφίζω εγώ έτσι θα μου το κάνεις θείο θα είναι μόνο αυτό από επάνω όμως θα φεύγει το χώμα, μου το έφτιαξε, το παίρνω και σκαλίζαμε, οι γυναίκες που σκαλίζαμε πήγαιναν έτσι μια από εδώ μια από εκεί τα τεύτλα στη μέση  (δείχνει τον τρόπο), εγώ πήγαινα μόνο στη μέση. Έλεγαν αυτές γιατί η Χρυσάνθη δεν πάει μια από εδώ και μια από εκεί; Έρχεται μια κοιτάει τι κάνει μου λέει, να σκαλίζω είπα, που το βρήκες αυτό; Εγώ δεν μαρτύρησα όμως γιατί το έφτιαξε ο φίλος του πατέρα μου ήταν τόσες άμα πήγαιναν όλες. Το αγόρασα λέω από το μαγαζί. Όσα βγάζαμε αν είχαμε ζάχαρη παίρναμε πιο πολύ ζάχαρη και όταν ήρθα στην Ελλάδα είχα κάπου 38-40 κιλά ζάχαρη πακέτα.

[31:57] Σ.Ν. Ποια χρονιά γυρίσατε στην Ελλάδα;

[32:00] Γ.Χ. Γυρίσαμε το 1964, τον αδερφό μου τον Θόδωρο τον πήραν και τον έφεραν στην Καλαμπάκα και τον πήγαν για μάγειρα, πήγε φαντάρος, γύρισε και άνοιξε μαγαζί δικό του εστιατόριο και επειδή ο Γκέρτσος που τον είχε (αναφέρεται στο αφεντικό του αδερφού της) τον αγαπούσε πολύ τον αδερφό μου και τον βοήθησε. Είχε βγει μάγειρας μετά, δούλευε πρώτα στον Γκέρτσο  ήταν καλός μάγειρας, άνοιξε το μαγαζί το δικό του και όλα τα χωριά έτρωγαν στον αδερφό μου, τον λυπόταν κιόλας. Όταν ήρθαμε μετά από την Τσεχία, μας περίμεναν, ήρθε στη Θεσσαλονίκη ο αδερφός μου με τον ξάδερφο μας και μας περίμεναν στο τρένο. Όταν σταμάτησε το τρένο, κατεβήκαμε μας πήραν και μας πήγαν στην αστυνομία πρώτα εκεί, ανακρίσεις αυτά, πως περάσατε. Εγώ όμως ήμουν.. τα έλεγα έτσι περάσαμε. Όταν γυρίσαμε εμείς η καταγωγή μας κανονικά ήταν από την Καλαμπάκα αλλά που να ξέραμε εμείς από τον Αιμιλιανό (χωριό στα Γρεβενά) που ήμασταν εμείς. Από την Τσεχία που γυρίσαμε μας πήγαν στην αστυνομία δηλώσαμε εκεί μας έφεραν στο χωριό ο ξάδερφος με τον αδερφό μου μαζί και ήρθαμε εδώ  στην Καλαμπάκα, μέναμε εδώ μετά με τους γονείς μου. Μετά οι γονείς μου έφυγαν, πήγαν στο χωριό, στον Αιμιλιανό εκεί ήταν τα αδέρφια τους ήταν και νέοι ακόμη εγώ έμεινα μετά αφού ήρθα το 1964 παντρεύτηκα, ήταν από τον Κλεινοβό [Ο Κλεινοβός, επίσημα γνωστός ως Κλεινό παλαιότερα γνωστός ως Κλινοβός, είναι ορεινή κοινότητα του δήμου Μετεώρων και ανήκει στην περιφερειακή ενότητα Τρικάλων] ο άντρας μου, ζήσαμε εκεί και έφυγε μετά το 1987 και αυτός και μένω εδώ στην Καλαμπάκα με τα παιδιά το καλοκαίρι πηγαίνω στο χωριό δόξα το Θεό.

[35:42] Σ.Ν. Δουλεύατε όταν γυρίσατε στην Ελλάδα δουλέψατε κάπου;

[35:50] Γ.Χ. Αν δούλευα; Ναι δούλευα εκεί που δούλευε ο πατέρας μου και αυτός δούλευε σε χωράφια έξω

[36:00] Σ.Ν. Όταν γυρίσατε στην Ελλάδα τι κάνατε;

[36:05] Γ.Χ. Στην Ελλάδα; Όταν ήρθα στην Ελλάδα μόλις ήρθα μου έκανε προξενιό ένας ξάδερφος στον άντρα μου παντρευτήκαμε και έφυγα στην Γερμανία. Έφυγα στην Γερμανία καθίσαμε να φάμε με τον μακαρίτη τον πατέρα μου το βράδυ στο σπίτι τον είδα στενοχωρήθηκε και αυτός δεν προλάβαμε να έρθουμε από τα ξένα πάλι στα ξένα ρε κορίτσι μου; λέω μπαμπάκα τον έλεγα θα πάμε και θα ‘ρθούμε του λέω θα πάμε να δουλέψουμε γιατί δούλευε στην Γερμανία ο άντρας μου και παντρευτήκαμε και φύγαμε στην Γερμανία καθίσαμε τρία (3) χρόνια εκεί επειδή δεν έμεινα έγκυος έφυγα, ήρθαμε εδώ στην Ελλάδα πήγαμε στον γιατρό αλλά.. ζήσαμε καλά δεν βαριέσαι αλλά το μόνο παράπονο από τον άντρα μου του είπα να πάρουμε ένα κοριτσάκι να το μεγαλώσουμε. Είχαμε τον ανιψιό μου τον Σπύρο ήταν μικρός και τον παίρναμε στο χωριό έχουμε τον Σπύρο έλεγε και ένα κοριτσάκι δεν ήθελε αυτό το παράπονο έχω από τον άντρα μου.

[37:45] Στο τέλος ήρθαμε, εδώ δόξα το Θεό καλά είμαι πηγαίνω στο ΚΑΠΗ πίναμε καφέ γυρίζαμε αα ξέχασα να σας πω το κυριότερο. Όταν δούλευα στην Τσεχία πήγαμε και καθόμασταν οι γυναίκες που ήμασταν όλες κολατσίζαμε από πάνω ήταν η κερασιά στον ίσκιο λέω εγώ εσείς καθίστε εγώ θα ανέβω στη κερασιά, ανεβαίνω κοπέλα ήμουν μου λένε οι γυναίκες ρίξε μας και εμάς κεράσια τα ρίχνω παίρνουν και αυτές και εγώ τα έβαζα στην τσέπη. Εκεί όμως στην Τσεχία οι δρόμοι έχουν από εδώ και από εκεί φρούτα αλλού κερασιές αλλού αχλαδιές ότι παράγει με τους γεωπόνους. Αφού ανέβηκα στην κερασιά, ανήκουν στους δρόμους δηλαδή στην ενότητα του δρόμου βλέπει ο εργάτης που ήταν έρχεται εκεί εγώ ψηλά, πως σε λένε; Τις λέω τις γυναίκες μη μιλάτε καμία τσιμουδιά, Τσέχος αυτός πως σε λένε; Τρέχα γυρευόπουλε του λέω (γελάει) κοπέλα τότε λέω στην μάνα μου εγώ δεν θα έρθω να φάω στο σπίτι θα πάω στο εστιατόριο να φάω γιατί ρωτούσα το πρωί τι φαγητό έχετε; Έχουμε σνίτσελ με πατάτες πουρέ, ωραία θα έρθω να φάω. Πήγαμε να φάμε το μεσημέρι εκεί αυτός αφού πήρε το όνομα καθόμασταν και εγώ καθόμουνα πάντα να έχω πρόσοψη στο δρόμο τον βλέπω αυτόν με το ποδήλατο φτάνει έξω στον δρόμο κατεβαίνει από το ποδήλατο ωχ λέω αυτός είναι ο δραγάτης, περνάει είχαμε γεφυράκι το περνάει, φεύγω εγώ από εκεί παίρνω το πιάτο όπως τρώγαμε το πάω στον πάγκο τους λέω δεν θα το πετάξετε και πάω πίσω από την αίθουσα, κρύφτηκα από πίσω. Μπήκε αυτός έψαχνε, ποιόν γυρεύεται (ζητάτε); Τρέχα γυρευόπουλε δεν υπάρχει τέτοιο πηγαίνετε στον διευθυντή, πάει στον διευθυντή του λέει μια δεσποινίς τρέχα γυρευόπουλε, αυτός κατάλαβε ήξερε ότι κάνω πλάκες εγώ ε αυτή είναι η Χρυσάνθη, λέει δεν είναι από εμάς θα είναι από την Πετάρνα δεν είναι από εμάς, δεν είναι δική μας από εδώ και έφυγε αυτός αφού τον είδα εγώ ότι έφυγε και πάω ξανά παίρνω το πιάτο και κάθομαι και έτρωγα (γελάει). Πάω εκεί μου λέει ο διευθυντής τι έκανες; Δεν έκανα τίποτα απλώς αφού οι γυναίκες κάθονταν εγώ μπήκα στην κερασιά και έκοψα κεράσια τι τελείωσαν τα κεράσια τους λέω δεν τελείωσαν, περιπέτειες στη ζωή.

[41:50] Σ.Ν. Να σας ευχαριστήσουμε, θέλετε να συμπληρώσετε κάτι άλλο; Να σας ευχαριστήσουμε για την αφήγηση ήταν πολύ ωραία όσα μας είπατε.

[42:09] Γ.Χ. Ωραία ήταν αλλά… από έξι (6)  παιδιά που είχε η μάνα μου μείναμε δύο (2), έφυγε και ο αδερφός μου τώρα έζησε όμως. Αυτός ο αδερφός μου ο Σπύρος στη φωτογραφία (δείχνει μια φωτογραφία του) αυτός πήγαινε γυμνάσιο στα Γρεβενά, ήταν πολύ έξυπνο παιδί. Ο αδερφός του πατέρα μου δεν είχαν παιδιά, στα Γρεβενά αυτό και τον είχαν στο σπίτι, τους λέει η μάνα μου να μου φέρεται το παιδί να το πάρω μαζί μου γιατί εγώ θα φύγω θα πάω στο κορίτσι, εγώ είχα φύγει. Της λέει άλλο ότι θέλεις να σου κάνω δεν το έδωσαν το παιδί, δεν είχαν παιδιά και τον ήθελαν για δικό τους. Αρρώστησε όμως ο αδερφός μου από σκωληκοειδίτιδα, τότε δεν ήξεραν οι άνθρωποι από αυτό και πέθανε άδικα αν τον είχαν δώσει όμως στην μάνα μου και τον είχαν έξω θα ζούσε

[43:26] Σ.Ν. Υπήρχαν γιατροί εκεί

[43:31] Γ.Χ. Ναι, εμείς εκεί ήταν διαφορετικά μέσα στους γιατρούς μέναμε

[43:44] Ν.Ε. Πόσα χρόνια ζήσατε Τσεχία;

[43:51] Γ.Χ. Στην Τσεχία; Από το 1948, 25 Μαρτίου φύγαμε,γύρισα το 1964

[44:01] Γ.Χ. Πόσα είναι;

[44:03] Ν.Ε. Είναι αρκετά όλο αυτό το διάστημα εκεί μείνατε; Δεν πήγατε και ήρθατε;

[44:10] Γ.Χ. Τσεχία όμως εκεί ζήσαμε τι να πω την έχω σαν δεύτερη πατρίδα τώρα όμως και εκεί άλλαξαν τα πράγματα. Όμως εκεί τρώγαμε 5 φορές την ημέρα, το πρωινό, κολατσιό, μεσημεριανό, την σούπα απαραίτητη, το κυρίως πιάτο, το απόγευμα πάλι μας έδιναν κολατσιό και το βραδινό

[44:37] Σ.Ν. Πηγαίνατε και σχολείο ταυτόχρονα, δεν δουλεύατε;

[44:41] Γ.Χ. Ναι, ναι και μας πήραν και μας πήγαν εκδρομή μας πήγαν στο Κάρλοβι Βάρι και εκεί μας πήγαν σινεμά, που ξέραμε εμείς από σινεμά, στο σινεμά έβρεχε και δώστου κλάμα εγώ πως θα πάμε στο σπίτι τώρα έλεγα στην διπλανή, αφού τελειώσαμε βγαίνουμε έξω μα αφού δεν βρέχει τι γίνεται; Δεν ξέραμε από σινεμά μικρά παιδιά ήμασταν, αχχχ περάσαμε ωραία στην Τσεχία τα χρόνια αυτά. Μόλις πήγαμε μας έφεραν δάσκαλους, μας έβαλαν να γράψουμε γράμματα και για να μην ξεχάσουμε μας έφεραν δασκάλους από την Γαλλία που είχαν φύγει τότε αντάρτες δάσκαλοι πήγαν στην Γαλλία και μας είχαν φέρει δασκάλους από εκεί και κάναμε μαθήματα, κάναμε τη γλώσσα, ελληνικά, γεωγραφία και ιστορία αυτά τα τρία τα άλλα όλα ήταν τσέχικα τα κυριότερα δηλαδή.

[46:29] Σ.Ν. Ωραία, ευχαριστούμε πολύ.

 

 

Περίληψη
Η Χρυσάνθη Γκέκα, γεννημένη στον Αιμιλιανό Γρεβενών το 1937, περιγράφει με ζωντάνια και συγκίνηση την πορεία της ζωής της μέσα από τις σκοτεινές περιόδους της Κατοχής, του Εμφυλίου Πολέμου και της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Η μαρτυρία της αναδεικνύει τις προσωπικές και οικογενειακές δοκιμασίες, όπως ο τραυματισμός των αδελφών της στην Αντίσταση και οι διώξεις λόγω αριστερών φρονημάτων. Η αφήγηση περιλαμβάνει την εμπειρία της προσφυγιάς, την απομάκρυνσή της από την πατρίδα ως παιδί πολιτικού πρόσφυγα, την εκπαίδευση και την καθημερινή ζωή σε χώρες όπως η Τσεχοσλοβακία και η Γερμανία, καθώς και τη σκληρή προσπάθεια ένταξης και επιβίωσης σε ξένα εδάφη. Με έντονα στοιχεία αλληλεγγύης, θάρρους και ανθρωπιάς, η μαρτυρία της Χρυσάνθης φωτίζει τη ζωή μιας γυναίκας που μέσα από τις δυσκολίες ανέδειξε την ανθεκτικότητα και τη δύναμη του ανθρώπινου πνεύματος.
Αφηγητές/τριες
Θέματα
Χρονολογίες
Ετικέτες
Τοποθεσίες
Ημερομηνία Συνέντευξης
Διάρκεια
Search
Close this search box.
Search
Search
Close this search box.
Search
Close this search box.
Search
Close this search box.